to contest, refute, rebut, controvert
Πλήρης κλίση του ρήματος αντικρούω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντικρούω
εσύ αντικρούεις
αυτός/αυτή/αυτό αντικρούει
εμείς αντικρούουμε
εσείς αντικρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά αντικρούουν / αντικρούουνε
Παρατατικός
εγώ αντέκρουα
εσύ αντέκρουες
αυτός/αυτή/αυτό αντέκρουε
εμείς αντικρούαμε
εσείς αντικρούατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντέκρουαν / αντικρούαν / αντικρούανε
Αόριστος
εγώ αντέκρουσα
εσύ αντέκρουσες
αυτός/αυτή/αυτό αντέκρουσε
εμείς αντικρούσαμε
εσείς αντικρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντέκρουσαν / αντικρούσαν / αντικρούσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντικρούω
εσύ θα αντικρούεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντικρούει
εμείς θα αντικρούουμε
εσείς θα αντικρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντικρούουν / θα αντικρούουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντικρούσω
εσύ θα αντικρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντικρούσει
εμείς θα αντικρούσουμε
εσείς θα αντικρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντικρούσουν / θα αντικρούσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντικρούσω
εσύ να αντικρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αντικρούσει
εμείς να αντικρούσουμε
εσείς να αντικρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντικρούσουν / αντικρούσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντικρούσει
εσύ έχεις αντικρούσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντικρούσει
εμείς έχουμε αντικρούσει
εσείς έχετε αντικρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντικρούσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντικρούσει
εσύ είχες αντικρούσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντικρούσει
εμείς είχαμε αντικρούσει
εσείς είχατε αντικρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντικρούσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντικρούσει
εσύ θα έχεις αντικρούσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντικρούσει
εμείς θα έχουμε αντικρούσει
εσείς θα έχετε αντικρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντικρούσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αντίκρουε
(εσείς) αντικρούετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντίκρουσε
(εσείς) αντικρούστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντικρούομαι
εσύ αντικρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αντικρούεται
εμείς αντικρουόμαστε
εσείς αντικρούεστε / αντικρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντικρούονται
Παρατατικός
εγώ αντικρουόμουν / αντικρουόμουνα
εσύ αντικρουόσουν / αντικρουόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αντικρουόταν / αντικρουότανε
εμείς αντικρουόμασταν / αντικρουόμαστε
εσείς αντικρουόσασταν / αντικρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντικρούονταν / αντικρουόντουσαν
Αόριστος
εγώ αντικρούστηκα / αντικρούσθηκα
εσύ αντικρούστηκες / αντικρούσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αντικρούστηκε / αντικρούσθηκε
εμείς αντικρουστήκαμε / αντικρουσθήκαμε
εσείς αντικρουστήκατε / αντικρουσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντικρούστηκαν / αντικρουστήκαν / αντικρουστήκανε / αντικρούσθηκαν / αντικρουσθήκαν / αντικρουσθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντικρούομαι
εσύ θα αντικρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αντικρούεται
εμείς θα αντικρουόμαστε
εσείς θα αντικρούεστε / θα αντικρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντικρούονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντικρουστώ / θα αντικρουσθώ
εσύ θα αντικρουστείς / θα αντικρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντικρουστεί / θα αντικρουσθεί
εμείς θα αντικρουστούμε / θα αντικρουσθούμε
εσείς θα αντικρουστείτε / θα αντικρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντικρουστούν / θα αντικρουστούνε / θα αντικρουσθούν / θα αντικρουσθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντικρουστώ / αντικρουσθώ
εσύ να αντικρουστείς / αντικρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εμείς να αντικρουστούμε / αντικρουσθούμε
εσείς να αντικρουστείτε / αντικρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντικρουστούν / αντικρουστούνε / αντικρουσθούν / αντικρουσθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εσύ έχεις αντικρουστεί / αντικρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εμείς έχουμε αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εσείς έχετε αντικρουστεί / αντικρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντικρουστεί / αντικρουσθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εσύ είχες αντικρουστεί / αντικρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εμείς είχαμε αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εσείς είχατε αντικρουστεί / αντικρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντικρουστεί / αντικρουσθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εσύ θα έχεις αντικρουστεί / αντικρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εμείς θα έχουμε αντικρουστεί / αντικρουσθεί
εσείς θα έχετε αντικρουστεί / αντικρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντικρουστεί / αντικρουσθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αντικρούεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντικρούσου
(εσείς) αντικρουστείτε / αντικρουσθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αντικρούοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αντικρούσει
Απαρέμφατο
αντικρούσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αντικρουστεί / αντικρουσθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.