to echo (reflect sound or repeat back)
Πλήρης κλίση του ρήματος αντηχώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντηχώ
εσύ αντηχείς
αυτός/αυτή/αυτό αντηχεί
εμείς αντηχούμε
εσείς αντηχείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αντηχούν / αντηχούνε
Παρατατικός
εγώ αντηχούσα
εσύ αντηχούσες
αυτός/αυτή/αυτό αντηχούσε
εμείς αντηχούσαμε
εσείς αντηχούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντηχούσαν / αντηχούσανε
Αόριστος
εγώ αντήχησα
εσύ αντήχησες
αυτός/αυτή/αυτό αντήχησε
εμείς αντηχήσαμε
εσείς αντηχήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντήχησαν / αντηχήσαν / αντηχήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντηχώ
εσύ θα αντηχείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντηχεί
εμείς θα αντηχούμε
εσείς θα αντηχείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντηχούν / θα αντηχούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντηχήσω
εσύ θα αντηχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντηχήσει
εμείς θα αντηχήσουμε
εσείς θα αντηχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντηχήσουν / θα αντηχήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντηχήσω
εσύ να αντηχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αντηχήσει
εμείς να αντηχήσουμε
εσείς να αντηχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντηχήσουν / αντηχήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντηχήσει
εσύ έχεις αντηχήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντηχήσει
εμείς έχουμε αντηχήσει
εσείς έχετε αντηχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντηχήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντηχήσει
εσύ είχες αντηχήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντηχήσει
εμείς είχαμε αντηχήσει
εσείς είχατε αντηχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντηχήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντηχήσει
εσύ θα έχεις αντηχήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντηχήσει
εμείς θα έχουμε αντηχήσει
εσείς θα έχετε αντηχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντηχήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αντηχείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντήχησε
(εσείς) αντηχήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αντηχώντας / έχοντας αντηχήσει
Απαρέμφατο
αντηχήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.