to wish back
Πλήρης κλίση του ρήματος αντεύχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντεύχομαι
εσύ αντεύχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αντεύχεται
εμείς αντευχόμαστε / αντευχόμεθα
εσείς αντεύχεστε / αντευχόσαστε / αντεύχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά αντεύχονται
Παρατατικός
εγώ αντευχόμουν / αντευχόμουνα
εσύ αντευχόσουν / αντευχόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αντευχόταν / αντευχότανε
εμείς αντευχόμασταν / αντευχόμαστε
εσείς αντευχόσασταν / αντευχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντεύχονταν / αντευχόντουσαν
Αόριστος
εγώ αντευχήθηκα
εσύ αντευχήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αντευχήθηκε
εμείς αντευχηθήκαμε
εσείς αντευχηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντευχήθηκαν / αντευχηθήκαν / αντευχηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντεύχομαι
εσύ θα αντεύχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αντεύχεται
εμείς θα αντευχόμαστε / θα αντευχόμεθα
εσείς θα αντεύχεστε / θα αντευχόσαστε / θα αντεύχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντεύχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντευχηθώ
εσύ θα αντευχηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντευχηθεί
εμείς θα αντευχηθούμε
εσείς θα αντευχηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντευχηθούν / θα αντευχηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντευχηθώ
εσύ να αντευχηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αντευχηθεί
εμείς να αντευχηθούμε
εσείς να αντευχηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντευχηθούν / αντευχηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντευχηθεί
εσύ έχεις αντευχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντευχηθεί
εμείς έχουμε αντευχηθεί
εσείς έχετε αντευχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντευχηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντευχηθεί
εσύ είχες αντευχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντευχηθεί
εμείς είχαμε αντευχηθεί
εσείς είχατε αντευχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντευχηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντευχηθεί
εσύ θα έχεις αντευχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντευχηθεί
εμείς θα έχουμε αντευχηθεί
εσείς θα έχετε αντευχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντευχηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αντεύχεστε / αντεύχεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντευχήσου
(εσείς) αντευχηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αντευχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
αντευχηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.