to agree, tally, correspond
Πλήρης κλίση του ρήματος ανταποκρίνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανταποκρίνομαι
εσύ ανταποκρίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανταποκρίνεται
εμείς ανταποκρινόμαστε
εσείς ανταποκρίνεστε / ανταποκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταποκρίνονται
Παρατατικός
εγώ ανταποκρινόμουν / ανταποκρινόμουνα
εσύ ανταποκρινόσουν / ανταποκρινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανταποκρινόταν / ανταποκρινότανε
εμείς ανταποκρινόμασταν / ανταποκρινόμαστε
εσείς ανταποκρινόσασταν / ανταποκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταποκρίνονταν / ανταποκρινόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανταποκρίθηκα
εσύ ανταποκρίθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανταποκρίθηκε
εμείς ανταποκριθήκαμε
εσείς ανταποκριθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταποκρίθηκαν / ανταποκριθήκαν / ανταποκριθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανταποκρίνομαι
εσύ θα ανταποκρίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταποκρίνεται
εμείς θα ανταποκρινόμαστε
εσείς θα ανταποκρίνεστε / θα ανταποκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταποκρίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταποκριθώ
εσύ θα ανταποκριθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταποκριθεί
εμείς θα ανταποκριθούμε
εσείς θα ανταποκριθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταποκριθούν / θα ανταποκριθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανταποκριθώ
εσύ να ανταποκριθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανταποκριθεί
εμείς να ανταποκριθούμε
εσείς να ανταποκριθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανταποκριθούν / ανταποκριθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανταποκριθεί
εσύ έχεις ανταποκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανταποκριθεί
εμείς έχουμε ανταποκριθεί
εσείς έχετε ανταποκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανταποκριθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανταποκριθεί
εσύ είχες ανταποκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανταποκριθεί
εμείς είχαμε ανταποκριθεί
εσείς είχατε ανταποκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανταποκριθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανταποκριθεί
εσύ θα έχεις ανταποκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανταποκριθεί
εμείς θα έχουμε ανταποκριθεί
εσείς θα έχετε ανταποκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανταποκριθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανταποκρίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανταποκρίσου
(εσείς) ανταποκριθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ανταποκρινόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανταποκριθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.