to meet
Πλήρης κλίση του ρήματος ανταμώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανταμώνω
εσύ ανταμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ανταμώνει
εμείς ανταμώνουμε
εσείς ανταμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταμώνουν / ανταμώνουνε
Παρατατικός
εγώ αντάμωνα
εσύ αντάμωνες
αυτός/αυτή/αυτό αντάμωνε
εμείς ανταμώναμε
εσείς ανταμώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντάμωναν / ανταμώναν / ανταμώνανε
Αόριστος
εγώ αντάμωσα
εσύ αντάμωσες
αυτός/αυτή/αυτό αντάμωσε
εμείς ανταμώσαμε
εσείς ανταμώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντάμωσαν / ανταμώσαν / ανταμώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανταμώνω
εσύ θα ανταμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταμώνει
εμείς θα ανταμώνουμε
εσείς θα ανταμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταμώνουν / θα ανταμώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταμώσω
εσύ θα ανταμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταμώσει
εμείς θα ανταμώσουμε
εσείς θα ανταμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταμώσουν / θα ανταμώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανταμώσω
εσύ να ανταμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανταμώσει
εμείς να ανταμώσουμε
εσείς να ανταμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανταμώσουν / ανταμώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανταμώσει
εσύ έχεις ανταμώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανταμώσει
εμείς έχουμε ανταμώσει
εσείς έχετε ανταμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανταμώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανταμώσει
εσύ είχες ανταμώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανταμώσει
εμείς είχαμε ανταμώσει
εσείς είχατε ανταμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανταμώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανταμώσει
εσύ θα έχεις ανταμώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανταμώσει
εμείς θα έχουμε ανταμώσει
εσείς θα έχετε ανταμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανταμώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αντάμωνε
(εσείς) ανταμώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντάμωσε
(εσείς) ανταμώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανταμώνομαι
εσύ ανταμώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανταμώνεται
εμείς ανταμωνόμαστε
εσείς ανταμώνεστε / ανταμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταμώνονται
Παρατατικός
εγώ ανταμωνόμουν / ανταμωνόμουνα
εσύ ανταμωνόσουν / ανταμωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανταμωνόταν / ανταμωνότανε
εμείς ανταμωνόμασταν / ανταμωνόμαστε
εσείς ανταμωνόσασταν / ανταμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταμώνονταν / ανταμωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανταμώθηκα
εσύ ανταμώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανταμώθηκε
εμείς ανταμωθήκαμε
εσείς ανταμωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταμώθηκαν / ανταμωθήκαν / ανταμωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανταμώνομαι
εσύ θα ανταμώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταμώνεται
εμείς θα ανταμωνόμαστε
εσείς θα ανταμώνεστε / θα ανταμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταμώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταμωθώ
εσύ θα ανταμωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταμωθεί
εμείς θα ανταμωθούμε
εσείς θα ανταμωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταμωθούν / θα ανταμωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανταμωθώ
εσύ να ανταμωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανταμωθεί
εμείς να ανταμωθούμε
εσείς να ανταμωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανταμωθούν / ανταμωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανταμωθεί
εσύ έχεις ανταμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανταμωθεί
εμείς έχουμε ανταμωθεί
εσείς έχετε ανταμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανταμωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανταμωθεί
εσύ είχες ανταμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανταμωθεί
εμείς είχαμε ανταμωθεί
εσείς είχατε ανταμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανταμωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανταμωθεί
εσύ θα έχεις ανταμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανταμωθεί
εμείς θα έχουμε ανταμωθεί
εσείς θα έχετε ανταμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανταμωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανταμώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανταμώσου
(εσείς) ανταμωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανταμώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανταμώσει
Μετοχή παρακειμένου
ανταμωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανταμώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανταμωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.