to exchange, trade, swap
Πλήρης κλίση του ρήματος ανταλλάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανταλλάζω
εσύ ανταλλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ανταλλάζει
εμείς ανταλλάζουμε
εσείς ανταλλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταλλάζουν / ανταλλάζουνε
Παρατατικός
εγώ αντάλλαζα
εσύ αντάλλαζες
αυτός/αυτή/αυτό αντάλλαζε
εμείς ανταλλάζαμε
εσείς ανταλλάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντάλλαζαν / ανταλλάζαν / ανταλλάζανε
Αόριστος
εγώ αντάλλαξα
εσύ αντάλλαξες
αυτός/αυτή/αυτό αντάλλαξε
εμείς ανταλλάξαμε
εσείς ανταλλάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντάλλαξαν / ανταλλάξαν / ανταλλάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανταλλάζω
εσύ θα ανταλλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταλλάζει
εμείς θα ανταλλάζουμε
εσείς θα ανταλλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταλλάζουν / θα ανταλλάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταλλάξω
εσύ θα ανταλλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταλλάξει
εμείς θα ανταλλάξουμε
εσείς θα ανταλλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταλλάξουν / θα ανταλλάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανταλλάξω
εσύ να ανταλλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανταλλάξει
εμείς να ανταλλάξουμε
εσείς να ανταλλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανταλλάξουν / ανταλλάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανταλλάξει
εσύ έχεις ανταλλάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανταλλάξει
εμείς έχουμε ανταλλάξει
εσείς έχετε ανταλλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανταλλάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανταλλάξει
εσύ είχες ανταλλάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανταλλάξει
εμείς είχαμε ανταλλάξει
εσείς είχατε ανταλλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανταλλάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανταλλάξει
εσύ θα έχεις ανταλλάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανταλλάξει
εμείς θα έχουμε ανταλλάξει
εσείς θα έχετε ανταλλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανταλλάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αντάλλαζε
(εσείς) ανταλλάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντάλλαξε / αντάλλαχ'
(εσείς) ανταλλάξτε / ανταλλάχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανταλλάζομαι
εσύ ανταλλάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανταλλάζεται
εμείς ανταλλαζόμαστε
εσείς ανταλλάζεστε / ανταλλαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταλλάζονται
Παρατατικός
εγώ ανταλλαζόμουν / ανταλλαζόμουνα
εσύ ανταλλαζόσουν / ανταλλαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανταλλαζόταν / ανταλλαζότανε
εμείς ανταλλαζόμασταν / ανταλλαζόμαστε
εσείς ανταλλαζόσασταν / ανταλλαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταλλάζονταν / ανταλλαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανταλλάχτηκα
εσύ ανταλλάχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανταλλάχτηκε
εμείς ανταλλαχτήκαμε
εσείς ανταλλαχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανταλλάχτηκαν / ανταλλαχτήκαν / ανταλλαχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανταλλάζομαι
εσύ θα ανταλλάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταλλάζεται
εμείς θα ανταλλαζόμαστε
εσείς θα ανταλλάζεστε / θα ανταλλαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταλλάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταλλαχτώ
εσύ θα ανταλλαχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανταλλαχτεί
εμείς θα ανταλλαχτούμε
εσείς θα ανταλλαχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανταλλαχτούν / θα ανταλλαχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανταλλαχτώ
εσύ να ανταλλαχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανταλλαχτεί
εμείς να ανταλλαχτούμε
εσείς να ανταλλαχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανταλλαχτούν / ανταλλαχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανταλλαχτεί
εσύ έχεις ανταλλαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανταλλαχτεί
εμείς έχουμε ανταλλαχτεί
εσείς έχετε ανταλλαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανταλλαχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανταλλαχτεί
εσύ είχες ανταλλαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανταλλαχτεί
εμείς είχαμε ανταλλαχτεί
εσείς είχατε ανταλλαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανταλλαχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανταλλαχτεί
εσύ θα έχεις ανταλλαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανταλλαχτεί
εμείς θα έχουμε ανταλλαχτεί
εσείς θα έχετε ανταλλαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανταλλαχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανταλλάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανταλλάξου
(εσείς) ανταλλαχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανταλλάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανταλλάξει
Μετοχή παρακειμένου
ανταλλαγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανταλλάξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανταλλαχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.