to withstand, endure
Πλήρης κλίση του ρήματος αντέχω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντέχω
εσύ αντέχεις
αυτός/αυτή/αυτό αντέχει
εμείς αντέχουμε
εσείς αντέχετε
αυτοί/αυτές/αυτά αντέχουν / αντέχουνε
Παρατατικός
εγώ άντεχα
εσύ άντεχες
αυτός/αυτή/αυτό άντεχε
εμείς αντέχαμε
εσείς αντέχατε
αυτοί/αυτές/αυτά άντεχαν / αντέχαν / αντέχανε
Αόριστος
εγώ άντεξα
εσύ άντεξες
αυτός/αυτή/αυτό άντεξε
εμείς αντέξαμε
εσείς αντέξατε
αυτοί/αυτές/αυτά άντεξαν / αντέξαν / αντέξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντέχω
εσύ θα αντέχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντέχει
εμείς θα αντέχουμε
εσείς θα αντέχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντέχουν / θα αντέχουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντέξω
εσύ θα αντέξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντέξει
εμείς θα αντέξουμε
εσείς θα αντέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντέξουν / θα αντέξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντέξω
εσύ να αντέξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αντέξει
εμείς να αντέξουμε
εσείς να αντέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντέξουν / αντέξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντέξει
εσύ έχεις αντέξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντέξει
εμείς έχουμε αντέξει
εσείς έχετε αντέξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντέξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντέξει
εσύ είχες αντέξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντέξει
εμείς είχαμε αντέξει
εσείς είχατε αντέξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντέξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντέξει
εσύ θα έχεις αντέξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντέξει
εμείς θα έχουμε αντέξει
εσείς θα έχετε αντέξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντέξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άντεχε
(εσείς) αντέχετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άντεξε
(εσείς) αντέξτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αντέχοντας / έχοντας αντέξει
Απαρέμφατο
αντέξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.