become tasteless
Πλήρης κλίση του ρήματος ανοσταίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανοσταίνω
εσύ ανοσταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό ανοσταίνει
εμείς ανοσταίνουμε
εσείς ανοσταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοσταίνουν / ανοσταίνουνε
Παρατατικός
εγώ ανόσταινα
εσύ ανόσταινες
αυτός/αυτή/αυτό ανόσταινε
εμείς ανοσταίναμε
εσείς ανοσταίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανόσταιναν / ανοσταίναν / ανοσταίνανε
Αόριστος
εγώ ανόστυνα
εσύ ανόστυνες
αυτός/αυτή/αυτό ανόστυνε
εμείς ανοστύναμε
εσείς ανοστύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανόστυναν / ανοστύναν / ανοστύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανοσταίνω
εσύ θα ανοσταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανοσταίνει
εμείς θα ανοσταίνουμε
εσείς θα ανοσταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανοσταίνουν / θα ανοσταίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανοστύνω
εσύ θα ανοστύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανοστύνει
εμείς θα ανοστύνουμε
εσείς θα ανοστύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανοστύνουν / θα ανοστύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανοστύνω
εσύ να ανοστύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανοστύνει
εμείς να ανοστύνουμε
εσείς να ανοστύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανοστύνουν / ανοστύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανοστύνει
εσύ έχεις ανοστύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανοστύνει
εμείς έχουμε ανοστύνει
εσείς έχετε ανοστύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανοστύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανοστύνει
εσύ είχες ανοστύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανοστύνει
εμείς είχαμε ανοστύνει
εσείς είχατε ανοστύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανοστύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανοστύνει
εσύ θα έχεις ανοστύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανοστύνει
εμείς θα έχουμε ανοστύνει
εσείς θα έχετε ανοστύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανοστύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανόσταινε
(εσείς) ανοσταίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανόστυνε
(εσείς) ανοστύντε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανοσταίνοντας / έχοντας ανοστύνει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ανοστυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανοστύνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.