to misspell
Πλήρης κλίση του ρήματος ανορθογραφώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανορθογραφώ
εσύ ανορθογραφείς
αυτός/αυτή/αυτό ανορθογραφεί
εμείς ανορθογραφούμε
εσείς ανορθογραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ανορθογραφούν / ανορθογραφούνε
Παρατατικός
εγώ ανορθογραφούσα
εσύ ανορθογραφούσες
αυτός/αυτή/αυτό ανορθογραφούσε
εμείς ανορθογραφούσαμε
εσείς ανορθογραφούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανορθογραφούσαν / ανορθογραφούσανε
Αόριστος
εγώ ανορθογράφησα
εσύ ανορθογράφησες
αυτός/αυτή/αυτό ανορθογράφησε
εμείς ανορθογραφήσαμε
εσείς ανορθογραφήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανορθογράφησαν / ανορθογραφήσαν / ανορθογραφήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανορθογραφώ
εσύ θα ανορθογραφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανορθογραφεί
εμείς θα ανορθογραφούμε
εσείς θα ανορθογραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανορθογραφούν / θα ανορθογραφούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανορθογραφήσω
εσύ θα ανορθογραφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανορθογραφήσει
εμείς θα ανορθογραφήσουμε
εσείς θα ανορθογραφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανορθογραφήσουν / θα ανορθογραφήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανορθογραφήσω
εσύ να ανορθογραφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανορθογραφήσει
εμείς να ανορθογραφήσουμε
εσείς να ανορθογραφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανορθογραφήσουν / ανορθογραφήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανορθογραφήσει
εσύ έχεις ανορθογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανορθογραφήσει
εμείς έχουμε ανορθογραφήσει
εσείς έχετε ανορθογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανορθογραφήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανορθογραφήσει
εσύ είχες ανορθογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανορθογραφήσει
εμείς είχαμε ανορθογραφήσει
εσείς είχατε ανορθογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανορθογραφήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανορθογραφήσει
εσύ θα έχεις ανορθογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανορθογραφήσει
εμείς θα έχουμε ανορθογραφήσει
εσείς θα έχετε ανορθογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανορθογραφήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανορθογραφείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανορθογράφησε
(εσείς) ανορθογραφήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανορθογραφούμαι
εσύ ανορθογραφείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανορθογραφείται
εμείς ανορθογραφούμαστε
εσείς ανορθογραφείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανορθογραφούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ανορθογραφούνταν / ανορθογραφείτο
εμείς ανορθογραφούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανορθογραφούνταν / ανορθογραφούντο
Αόριστος
εγώ ανορθογραφήθηκα
εσύ ανορθογραφήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανορθογραφήθηκε
εμείς ανορθογραφηθήκαμε
εσείς ανορθογραφηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανορθογραφήθηκαν / ανορθογραφηθήκαν / ανορθογραφηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανορθογραφούμαι
εσύ θα ανορθογραφείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανορθογραφείται
εμείς θα ανορθογραφούμαστε
εσείς θα ανορθογραφείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανορθογραφούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανορθογραφηθώ
εσύ θα ανορθογραφηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανορθογραφηθεί
εμείς θα ανορθογραφηθούμε
εσείς θα ανορθογραφηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανορθογραφηθούν / θα ανορθογραφηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανορθογραφηθώ
εσύ να ανορθογραφηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανορθογραφηθεί
εμείς να ανορθογραφηθούμε
εσείς να ανορθογραφηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανορθογραφηθούν / ανορθογραφηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανορθογραφηθεί
εσύ έχεις ανορθογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανορθογραφηθεί
εμείς έχουμε ανορθογραφηθεί
εσείς έχετε ανορθογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανορθογραφηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανορθογραφηθεί
εσύ είχες ανορθογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανορθογραφηθεί
εμείς είχαμε ανορθογραφηθεί
εσείς είχατε ανορθογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανορθογραφηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανορθογραφηθεί
εσύ θα έχεις ανορθογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανορθογραφηθεί
εμείς θα έχουμε ανορθογραφηθεί
εσείς θα έχετε ανορθογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανορθογραφηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανορθογραφείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανορθογραφήσου
(εσείς) ανορθογραφηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανορθογραφώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανορθογραφήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ανορθογραφούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ανορθογραφημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανορθογραφήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανορθογραφηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.