Κλίση του ρήματος ανοικοδομώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ανοικοδομώ
to rebuild, reconstruct
Πλήρης κλίση του ρήματος ανοικοδομώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανοικοδομώ
εσύ ανοικοδομείς
αυτός/αυτή/αυτό ανοικοδομεί
εμείς ανοικοδομούμε
εσείς ανοικοδομείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοικοδομούν / ανοικοδομούνε

Παρατατικός

εγώ ανοικοδομούσα
εσύ ανοικοδομούσες
αυτός/αυτή/αυτό ανοικοδομούσε
εμείς ανοικοδομούσαμε
εσείς ανοικοδομούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοικοδομούσαν / ανοικοδομούσανε

Αόριστος

εγώ ανοικοδόμησα
εσύ ανοικοδόμησες
αυτός/αυτή/αυτό ανοικοδόμησε
εμείς ανοικοδομήσαμε
εσείς ανοικοδομήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοικοδόμησαν / ανοικοδομήσαν / ανοικοδομήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανοικοδομώ
εσύ θα ανοικοδομείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανοικοδομεί
εμείς θα ανοικοδομούμε
εσείς θα ανοικοδομείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανοικοδομούν / θα ανοικοδομούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανοικοδομήσω
εσύ θα ανοικοδομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανοικοδομήσει
εμείς θα ανοικοδομήσουμε
εσείς θα ανοικοδομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανοικοδομήσουν / θα ανοικοδομήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανοικοδομήσω
εσύ να ανοικοδομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανοικοδομήσει
εμείς να ανοικοδομήσουμε
εσείς να ανοικοδομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανοικοδομήσουν / ανοικοδομήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανοικοδομήσει
εσύ έχεις ανοικοδομήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανοικοδομήσει
εμείς έχουμε ανοικοδομήσει
εσείς έχετε ανοικοδομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανοικοδομήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανοικοδομήσει
εσύ είχες ανοικοδομήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανοικοδομήσει
εμείς είχαμε ανοικοδομήσει
εσείς είχατε ανοικοδομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανοικοδομήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανοικοδομήσει
εσύ θα έχεις ανοικοδομήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανοικοδομήσει
εμείς θα έχουμε ανοικοδομήσει
εσείς θα έχετε ανοικοδομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανοικοδομήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ανοικοδομείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανοικοδόμησε
(εσείς) ανοικοδομήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανοικοδομούμαι
εσύ ανοικοδομείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανοικοδομείται
εμείς ανοικοδομούμαστε
εσείς ανοικοδομείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοικοδομούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό ανοικοδομούνταν / ανοικοδομείτο
εμείς ανοικοδομούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοικοδομούνταν / ανοικοδομούντο

Αόριστος

εγώ ανοικοδομήθηκα
εσύ ανοικοδομήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανοικοδομήθηκε
εμείς ανοικοδομηθήκαμε
εσείς ανοικοδομηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοικοδομήθηκαν / ανοικοδομηθήκαν / ανοικοδομηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανοικοδομούμαι
εσύ θα ανοικοδομείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανοικοδομείται
εμείς θα ανοικοδομούμαστε
εσείς θα ανοικοδομείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανοικοδομούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανοικοδομηθώ
εσύ θα ανοικοδομηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανοικοδομηθεί
εμείς θα ανοικοδομηθούμε
εσείς θα ανοικοδομηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανοικοδομηθούν / θα ανοικοδομηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανοικοδομηθώ
εσύ να ανοικοδομηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανοικοδομηθεί
εμείς να ανοικοδομηθούμε
εσείς να ανοικοδομηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανοικοδομηθούν / ανοικοδομηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανοικοδομηθεί
εσύ έχεις ανοικοδομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανοικοδομηθεί
εμείς έχουμε ανοικοδομηθεί
εσείς έχετε ανοικοδομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανοικοδομηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανοικοδομηθεί
εσύ είχες ανοικοδομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανοικοδομηθεί
εμείς είχαμε ανοικοδομηθεί
εσείς είχατε ανοικοδομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανοικοδομηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανοικοδομηθεί
εσύ θα έχεις ανοικοδομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανοικοδομηθεί
εμείς θα έχουμε ανοικοδομηθεί
εσείς θα έχετε ανοικοδομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανοικοδομηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ανοικοδομείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανοικοδομήσου
(εσείς) ανοικοδομηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ανοικοδομώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ανοικοδομήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ανοικοδομούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

ανοικοδομημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ανοικοδομήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ανοικοδομηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.