to open and close/shut (typically repeatedly)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανοιγοκλείνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανοιγοκλείνω
εσύ ανοιγοκλείνεις
αυτός/αυτή/αυτό ανοιγοκλείνει
εμείς ανοιγοκλείνουμε
εσείς ανοιγοκλείνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοιγοκλείνουν / ανοιγοκλείνουνε
Παρατατικός
εγώ ανοιγόκλεινα
εσύ ανοιγόκλεινες
αυτός/αυτή/αυτό ανοιγόκλεινε
εμείς ανοιγοκλείναμε
εσείς ανοιγοκλείνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοιγόκλειναν / ανοιγοκλείναν / ανοιγοκλείνανε
Αόριστος
εγώ ανοιγόκλεισα
εσύ ανοιγόκλεισες
αυτός/αυτή/αυτό ανοιγόκλεισε
εμείς ανοιγοκλείσαμε
εσείς ανοιγοκλείσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανοιγόκλεισαν / ανοιγοκλείσαν / ανοιγοκλείσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανοιγοκλείνω
εσύ θα ανοιγοκλείνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανοιγοκλείνει
εμείς θα ανοιγοκλείνουμε
εσείς θα ανοιγοκλείνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανοιγοκλείνουν / θα ανοιγοκλείνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανοιγοκλείσω
εσύ θα ανοιγοκλείσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανοιγοκλείσει
εμείς θα ανοιγοκλείσουμε
εσείς θα ανοιγοκλείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανοιγοκλείσουν / θα ανοιγοκλείσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανοιγοκλείσω
εσύ να ανοιγοκλείσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανοιγοκλείσει
εμείς να ανοιγοκλείσουμε
εσείς να ανοιγοκλείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανοιγοκλείσουν / ανοιγοκλείσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανοιγοκλείσει
εσύ έχεις ανοιγοκλείσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανοιγοκλείσει
εμείς έχουμε ανοιγοκλείσει
εσείς έχετε ανοιγοκλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανοιγοκλείσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανοιγοκλείσει
εσύ είχες ανοιγοκλείσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανοιγοκλείσει
εμείς είχαμε ανοιγοκλείσει
εσείς είχατε ανοιγοκλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανοιγοκλείσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανοιγοκλείσει
εσύ θα έχεις ανοιγοκλείσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανοιγοκλείσει
εμείς θα έχουμε ανοιγοκλείσει
εσείς θα έχετε ανοιγοκλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανοιγοκλείσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανοιγόκλεινε
(εσείς) ανοιγοκλείνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανοιγόκλεισε
(εσείς) ανοιγοκλείστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανοιγοκλείνοντας / έχοντας ανοιγοκλείσει
Απαρέμφατο
ανοιγοκλείσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.