to detect, scan
Πλήρης κλίση του ρήματος ανιχνεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανιχνεύω
εσύ ανιχνεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ανιχνεύει
εμείς ανιχνεύουμε
εσείς ανιχνεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανιχνεύουν / ανιχνεύουνε
Παρατατικός
εγώ ανίχνευα
εσύ ανίχνευες
αυτός/αυτή/αυτό ανίχνευε
εμείς ανιχνεύαμε
εσείς ανιχνεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανίχνευαν / ανιχνεύαν / ανιχνεύανε
Αόριστος
εγώ ανίχνευσα
εσύ ανίχνευσες
αυτός/αυτή/αυτό ανίχνευσε
εμείς ανιχνεύσαμε
εσείς ανιχνεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανίχνευσαν / ανιχνεύσαν / ανιχνεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανιχνεύω
εσύ θα ανιχνεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανιχνεύει
εμείς θα ανιχνεύουμε
εσείς θα ανιχνεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανιχνεύουν / θα ανιχνεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανιχνεύσω
εσύ θα ανιχνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανιχνεύσει
εμείς θα ανιχνεύσουμε
εσείς θα ανιχνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανιχνεύσουν / θα ανιχνεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανιχνεύσω
εσύ να ανιχνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανιχνεύσει
εμείς να ανιχνεύσουμε
εσείς να ανιχνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανιχνεύσουν / ανιχνεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανιχνεύσει
εσύ έχεις ανιχνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανιχνεύσει
εμείς έχουμε ανιχνεύσει
εσείς έχετε ανιχνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανιχνεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανιχνεύσει
εσύ είχες ανιχνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανιχνεύσει
εμείς είχαμε ανιχνεύσει
εσείς είχατε ανιχνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανιχνεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανιχνεύσει
εσύ θα έχεις ανιχνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανιχνεύσει
εμείς θα έχουμε ανιχνεύσει
εσείς θα έχετε ανιχνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανιχνεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανίχνευε
(εσείς) ανιχνεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανίχνευσε
(εσείς) ανιχνεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανιχνεύομαι
εσύ ανιχνεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανιχνεύεται
εμείς ανιχνευόμαστε
εσείς ανιχνεύεστε / ανιχνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανιχνεύονται
Παρατατικός
εγώ ανιχνευόμουν / ανιχνευόμουνα
εσύ ανιχνευόσουν / ανιχνευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανιχνευόταν / ανιχνευότανε
εμείς ανιχνευόμασταν / ανιχνευόμαστε
εσείς ανιχνευόσασταν / ανιχνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανιχνεύονταν / ανιχνευόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανιχνεύτηκα / ανιχνεύθηκα
εσύ ανιχνεύτηκες / ανιχνεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανιχνεύτηκε / ανιχνεύθηκε
εμείς ανιχνευτήκαμε / ανιχνευθήκαμε
εσείς ανιχνευτήκατε / ανιχνευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανιχνεύτηκαν / ανιχνευτήκαν / ανιχνευτήκανε / ανιχνεύθηκαν / ανιχνευθήκαν / ανιχνευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανιχνεύομαι
εσύ θα ανιχνεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανιχνεύεται
εμείς θα ανιχνευόμαστε
εσείς θα ανιχνεύεστε / θα ανιχνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανιχνεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανιχνευτώ / θα ανιχνευθώ
εσύ θα ανιχνευτείς / θα ανιχνευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανιχνευτεί / θα ανιχνευθεί
εμείς θα ανιχνευτούμε / θα ανιχνευθούμε
εσείς θα ανιχνευτείτε / θα ανιχνευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανιχνευτούν / θα ανιχνευτούνε / θα ανιχνευθούν / θα ανιχνευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανιχνευτώ / ανιχνευθώ
εσύ να ανιχνευτείς / ανιχνευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εμείς να ανιχνευτούμε / ανιχνευθούμε
εσείς να ανιχνευτείτε / ανιχνευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανιχνευτούν / ανιχνευτούνε / ανιχνευθούν / ανιχνευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εσύ έχεις ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εμείς έχουμε ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εσείς έχετε ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εσύ είχες ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εμείς είχαμε ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εσείς είχατε ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εσύ θα έχεις ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εμείς θα έχουμε ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
εσείς θα έχετε ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανιχνεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανιχνεύσου
(εσείς) ανιχνευτείτε / ανιχνευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανιχνεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανιχνεύσει
Μετοχή παρακειμένου
ανιχνευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανιχνεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανιχνευτεί / ανιχνευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.