to become human, humanise (UK), humanize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανθρωπεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανθρωπεύω
εσύ ανθρωπεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ανθρωπεύει
εμείς ανθρωπεύουμε
εσείς ανθρωπεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανθρωπεύουν / ανθρωπεύουνε
Παρατατικός
εγώ ανθρώπευα
εσύ ανθρώπευες
αυτός/αυτή/αυτό ανθρώπευε
εμείς ανθρωπεύαμε
εσείς ανθρωπεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανθρώπευαν / ανθρωπεύαν / ανθρωπεύανε
Αόριστος
εγώ ανθρώπεψα
εσύ ανθρώπεψες
αυτός/αυτή/αυτό ανθρώπεψε
εμείς ανθρωπέψαμε
εσείς ανθρωπέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανθρώπεψαν / ανθρωπέψαν / ανθρωπέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανθρωπεύω
εσύ θα ανθρωπεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανθρωπεύει
εμείς θα ανθρωπεύουμε
εσείς θα ανθρωπεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανθρωπεύουν / θα ανθρωπεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανθρωπέψω
εσύ θα ανθρωπέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανθρωπέψει
εμείς θα ανθρωπέψουμε
εσείς θα ανθρωπέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανθρωπέψουν / θα ανθρωπέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανθρωπέψω
εσύ να ανθρωπέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανθρωπέψει
εμείς να ανθρωπέψουμε
εσείς να ανθρωπέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανθρωπέψουν / ανθρωπέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανθρωπέψει
εσύ έχεις ανθρωπέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανθρωπέψει
εμείς έχουμε ανθρωπέψει
εσείς έχετε ανθρωπέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανθρωπέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανθρωπέψει
εσύ είχες ανθρωπέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανθρωπέψει
εμείς είχαμε ανθρωπέψει
εσείς είχατε ανθρωπέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανθρωπέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανθρωπέψει
εσύ θα έχεις ανθρωπέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανθρωπέψει
εμείς θα έχουμε ανθρωπέψει
εσείς θα έχετε ανθρωπέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανθρωπέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανθρώπευε
(εσείς) ανθρωπεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανθρώπεψε / ανθρώπευ' ¹
(εσείς) ανθρωπέψτε / ανθρωπεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανθρωπεύομαι
εσύ ανθρωπεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανθρωπεύεται
εμείς ανθρωπευόμαστε
εσείς ανθρωπεύεστε / ανθρωπευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανθρωπεύονται
Παρατατικός
εγώ ανθρωπευόμουν / ανθρωπευόμουνα
εσύ ανθρωπευόσουν / ανθρωπευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανθρωπευόταν / ανθρωπευότανε
εμείς ανθρωπευόμασταν / ανθρωπευόμαστε
εσείς ανθρωπευόσασταν / ανθρωπευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανθρωπεύονταν / ανθρωπευόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανθρωπεύτηκα
εσύ ανθρωπεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανθρωπεύτηκε
εμείς ανθρωπευτήκαμε
εσείς ανθρωπευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανθρωπεύτηκαν / ανθρωπευτήκαν / ανθρωπευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανθρωπεύομαι
εσύ θα ανθρωπεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανθρωπεύεται
εμείς θα ανθρωπευόμαστε
εσείς θα ανθρωπεύεστε / θα ανθρωπευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανθρωπεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανθρωπευτώ
εσύ θα ανθρωπευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανθρωπευτεί
εμείς θα ανθρωπευτούμε
εσείς θα ανθρωπευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανθρωπευτούν / θα ανθρωπευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανθρωπευτώ
εσύ να ανθρωπευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανθρωπευτεί
εμείς να ανθρωπευτούμε
εσείς να ανθρωπευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανθρωπευτούν / ανθρωπευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανθρωπευτεί
εσύ έχεις ανθρωπευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανθρωπευτεί
εμείς έχουμε ανθρωπευτεί
εσείς έχετε ανθρωπευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανθρωπευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανθρωπευτεί
εσύ είχες ανθρωπευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανθρωπευτεί
εμείς είχαμε ανθρωπευτεί
εσείς είχατε ανθρωπευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανθρωπευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανθρωπευτεί
εσύ θα έχεις ανθρωπευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανθρωπευτεί
εμείς θα έχουμε ανθρωπευτεί
εσείς θα έχετε ανθρωπευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανθρωπευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανθρωπεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανθρωπέψου
(εσείς) ανθρωπευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανθρωπεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανθρωπέψει
Μετοχή παρακειμένου
ανθρωπεμένος, -η, -ο / ανθρωπευμένος, ‑η, ‑ο
Απαρέμφατο
ανθρωπέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανθρωπευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.