to flower, bloom
Πλήρης κλίση του ρήματος ανθίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανθίζω
εσύ ανθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ανθίζει
εμείς ανθίζουμε
εσείς ανθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανθίζουν / ανθίζουνε
Παρατατικός
εγώ άνθιζα
εσύ άνθιζες
αυτός/αυτή/αυτό άνθιζε
εμείς ανθίζαμε
εσείς ανθίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά άνθιζαν / ανθίζαν / ανθίζανε
Αόριστος
εγώ άνθισα
εσύ άνθισες
αυτός/αυτή/αυτό άνθισε
εμείς ανθίσαμε
εσείς ανθίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άνθισαν / ανθίσαν / ανθίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανθίζω
εσύ θα ανθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανθίζει
εμείς θα ανθίζουμε
εσείς θα ανθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανθίζουν / θα ανθίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανθίσω
εσύ θα ανθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανθίσει
εμείς θα ανθίσουμε
εσείς θα ανθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανθίσουν / θα ανθίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανθίσω
εσύ να ανθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανθίσει
εμείς να ανθίσουμε
εσείς να ανθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανθίσουν / ανθίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανθίσει
εσύ έχεις ανθίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανθίσει
εμείς έχουμε ανθίσει
εσείς έχετε ανθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανθίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανθίσει
εσύ είχες ανθίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανθίσει
εμείς είχαμε ανθίσει
εσείς είχατε ανθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανθίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανθίσει
εσύ θα έχεις ανθίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανθίσει
εμείς θα έχουμε ανθίσει
εσείς θα έχετε ανθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανθίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άνθιζε
(εσείς) ανθίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άνθισε
(εσείς) ανθίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανθίζοντας / έχοντας ανθίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ανθισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανθίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.