to go uphill, ascend
Πλήρης κλίση του ρήματος ανηφορίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανηφορίζω
εσύ ανηφορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ανηφορίζει
εμείς ανηφορίζουμε
εσείς ανηφορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανηφορίζουν / ανηφορίζουνε
Παρατατικός
εγώ ανηφόριζα
εσύ ανηφόριζες
αυτός/αυτή/αυτό ανηφόριζε
εμείς ανηφορίζαμε
εσείς ανηφορίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανηφόριζαν / ανηφορίζαν / ανηφορίζανε
Αόριστος
εγώ ανηφόρισα
εσύ ανηφόρισες
αυτός/αυτή/αυτό ανηφόρισε
εμείς ανηφορίσαμε
εσείς ανηφορίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανηφόρισαν / ανηφορίσαν / ανηφορίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανηφορίζω
εσύ θα ανηφορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανηφορίζει
εμείς θα ανηφορίζουμε
εσείς θα ανηφορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανηφορίζουν / θα ανηφορίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανηφορίσω
εσύ θα ανηφορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανηφορίσει
εμείς θα ανηφορίσουμε
εσείς θα ανηφορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανηφορίσουν / θα ανηφορίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανηφορίσω
εσύ να ανηφορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανηφορίσει
εμείς να ανηφορίσουμε
εσείς να ανηφορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανηφορίσουν / ανηφορίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανηφορίσει
εσύ έχεις ανηφορίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανηφορίσει
εμείς έχουμε ανηφορίσει
εσείς έχετε ανηφορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανηφορίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανηφορίσει
εσύ είχες ανηφορίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανηφορίσει
εμείς είχαμε ανηφορίσει
εσείς είχατε ανηφορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανηφορίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανηφορίσει
εσύ θα έχεις ανηφορίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανηφορίσει
εμείς θα έχουμε ανηφορίσει
εσείς θα έχετε ανηφορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανηφορίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανηφόριζε
(εσείς) ανηφορίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανηφόρισε
(εσείς) ανηφορίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανηφορίζοντας / έχοντας ανηφορίσει
Απαρέμφατο
ανηφορίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.