to discover, find something which was lost
Πλήρης κλίση του ρήματος ανευρίσκω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανευρίσκω
εσύ ανευρίσκεις
αυτός/αυτή/αυτό ανευρίσκει
εμείς ανευρίσκουμε
εσείς ανευρίσκετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανευρίσκουν / ανευρίσκουνε
Παρατατικός
εγώ ανεύρισκα
εσύ ανεύρισκες
αυτός/αυτή/αυτό ανεύρισκε
εμείς ανευρίσκαμε
εσείς ανευρίσκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανεύρισκαν / ανευρίσκαν / ανευρίσκανε
Αόριστος
εγώ ανηύρα
εσύ ανηύρες
αυτός/αυτή/αυτό ανηύρε
εμείς ανηύραμε
εσείς ανηύρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανηύραν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανευρίσκω
εσύ θα ανευρίσκεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανευρίσκει
εμείς θα ανευρίσκουμε
εσείς θα ανευρίσκετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανευρίσκουν / θα ανευρίσκουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανεύρω
εσύ θα ανεύρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανεύρει
εμείς θα ανεύρουμε
εσείς θα ανεύρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανεύρουν / θα ανεύρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανεύρω
εσύ να ανεύρεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανεύρει
εμείς να ανεύρουμε
εσείς να ανεύρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανεύρουν / ανεύρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανεύρει
εσύ έχεις ανεύρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανεύρει
εμείς έχουμε ανεύρει
εσείς έχετε ανεύρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανεύρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανεύρει
εσύ είχες ανεύρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανεύρει
εμείς είχαμε ανεύρει
εσείς είχατε ανεύρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανεύρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανεύρει
εσύ θα έχεις ανεύρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανεύρει
εμείς θα έχουμε ανεύρει
εσείς θα έχετε ανεύρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανεύρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανεύρισκε
(εσείς) ανευρίσκετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανεύρε
(εσείς) ανεύρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανευρίσκομαι
εσύ ανευρίσκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανευρίσκεται
εμείς ανευρισκόμαστε
εσείς ανευρίσκεστε / ανευρισκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανευρίσκονται
Παρατατικός
εγώ ανευρισκόμουν / ανευρισκόμουνα
εσύ ανευρισκόσουν / ανευρισκόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανευρισκόταν / ανευρισκότανε
εμείς ανευρισκόμασταν / ανευρισκόμαστε
εσείς ανευρισκόσασταν / ανευρισκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανευρίσκονταν / ανευρισκόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανευρέθηκα
εσύ ανευρέθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανευρέθηκε / ανευρέθη
εμείς ανευρεθήκαμε
εσείς ανευρεθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανευρέθηκαν / ανευρέθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανευρίσκομαι
εσύ θα ανευρίσκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανευρίσκεται
εμείς θα ανευρισκόμαστε
εσείς θα ανευρίσκεστε / θα ανευρισκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανευρίσκονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανευρεθώ
εσύ θα ανευρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανευρεθεί
εμείς θα ανευρεθούμε
εσείς θα ανευρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανευρεθούν / θα ανευρεθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανευρεθώ
εσύ να ανευρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανευρεθεί
εμείς να ανευρεθούμε
εσείς να ανευρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανευρεθούν / ανευρεθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανευρεθεί
εσύ έχεις ανευρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανευρεθεί
εμείς έχουμε ανευρεθεί
εσείς έχετε ανευρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανευρεθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανευρεθεί
εσύ είχες ανευρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανευρεθεί
εμείς είχαμε ανευρεθεί
εσείς είχατε ανευρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανευρεθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανευρεθεί
εσύ θα έχεις ανευρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανευρεθεί
εμείς θα έχουμε ανευρεθεί
εσείς θα έχετε ανευρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανευρεθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανευρίσκεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανευρέσου
(εσείς) ανευρεθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανευρίσκοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανεύρει
Απαρέμφατο
ανεύρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανευρεθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.