to make mature (literally, make a youth become a man)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανδρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανδρώνω
εσύ ανδρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ανδρώνει
εμείς ανδρώνουμε
εσείς ανδρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρώνουν / ανδρώνουνε
Παρατατικός
εγώ άνδρωνα
εσύ άνδρωνες
αυτός/αυτή/αυτό άνδρωνε
εμείς ανδρώναμε
εσείς ανδρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά άνδρωναν / ανδρώναν / ανδρώνανε
Αόριστος
εγώ άνδρωσα
εσύ άνδρωσες
αυτός/αυτή/αυτό άνδρωσε
εμείς ανδρώσαμε
εσείς ανδρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άνδρωσαν / ανδρώσαν / ανδρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανδρώνω
εσύ θα ανδρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδρώνει
εμείς θα ανδρώνουμε
εσείς θα ανδρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδρώνουν / θα ανδρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανδρώσω
εσύ θα ανδρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδρώσει
εμείς θα ανδρώσουμε
εσείς θα ανδρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδρώσουν / θα ανδρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανδρώσω
εσύ να ανδρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανδρώσει
εμείς να ανδρώσουμε
εσείς να ανδρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανδρώσουν / ανδρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανδρώσει
εσύ έχεις ανδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανδρώσει
εμείς έχουμε ανδρώσει
εσείς έχετε ανδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανδρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανδρώσει
εσύ είχες ανδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανδρώσει
εμείς είχαμε ανδρώσει
εσείς είχατε ανδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανδρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανδρώσει
εσύ θα έχεις ανδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανδρώσει
εμείς θα έχουμε ανδρώσει
εσείς θα έχετε ανδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανδρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άνδρωνε
(εσείς) ανδρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άνδρωσε
(εσείς) ανδρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανδρώνομαι
εσύ ανδρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανδρώνεται
εμείς ανδρωνόμαστε
εσείς ανδρώνεστε / ανδρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρώνονται
Παρατατικός
εγώ ανδρωνόμουν / ανδρωνόμουνα
εσύ ανδρωνόσουν / ανδρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανδρωνόταν / ανδρωνότανε
εμείς ανδρωνόμασταν / ανδρωνόμαστε
εσείς ανδρωνόσασταν / ανδρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρώνονταν / ανδρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανδρώθηκα
εσύ ανδρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανδρώθηκε
εμείς ανδρωθήκαμε
εσείς ανδρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρώθηκαν / ανδρωθήκαν / ανδρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανδρώνομαι
εσύ θα ανδρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδρώνεται
εμείς θα ανδρωνόμαστε
εσείς θα ανδρώνεστε / θα ανδρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανδρωθώ
εσύ θα ανδρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδρωθεί
εμείς θα ανδρωθούμε
εσείς θα ανδρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδρωθούν / θα ανδρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανδρωθώ
εσύ να ανδρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανδρωθεί
εμείς να ανδρωθούμε
εσείς να ανδρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανδρωθούν / ανδρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανδρωθεί
εσύ έχεις ανδρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανδρωθεί
εμείς έχουμε ανδρωθεί
εσείς έχετε ανδρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανδρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανδρωθεί
εσύ είχες ανδρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανδρωθεί
εμείς είχαμε ανδρωθεί
εσείς είχατε ανδρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανδρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανδρωθεί
εσύ θα έχεις ανδρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανδρωθεί
εμείς θα έχουμε ανδρωθεί
εσείς θα έχετε ανδρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανδρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανδρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανδρώσου
(εσείς) ανδρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανδρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανδρώσει
Μετοχή παρακειμένου
ανδρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανδρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανδρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.