to make brave, fill with courage
Πλήρης κλίση του ρήματος ανδρειώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανδρειώνω
εσύ ανδρειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ανδρειώνει
εμείς ανδρειώνουμε
εσείς ανδρειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρειώνουν / ανδρειώνουνε
Παρατατικός
εγώ ανδρείωνα
εσύ ανδρείωνες
αυτός/αυτή/αυτό ανδρείωνε
εμείς ανδρειώναμε
εσείς ανδρειώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρείωναν / ανδρειώναν / ανδρειώνανε
Αόριστος
εγώ ανδρείωσα
εσύ ανδρείωσες
αυτός/αυτή/αυτό ανδρείωσε
εμείς ανδρειώσαμε
εσείς ανδρειώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρείωσαν / ανδρειώσαν / ανδρειώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανδρειώνω
εσύ θα ανδρειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδρειώνει
εμείς θα ανδρειώνουμε
εσείς θα ανδρειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδρειώνουν / θα ανδρειώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανδρειώσω
εσύ θα ανδρειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδρειώσει
εμείς θα ανδρειώσουμε
εσείς θα ανδρειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδρειώσουν / θα ανδρειώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανδρειώσω
εσύ να ανδρειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανδρειώσει
εμείς να ανδρειώσουμε
εσείς να ανδρειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανδρειώσουν / ανδρειώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανδρειώσει
εσύ έχεις ανδρειώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανδρειώσει
εμείς έχουμε ανδρειώσει
εσείς έχετε ανδρειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανδρειώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανδρειώσει
εσύ είχες ανδρειώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανδρειώσει
εμείς είχαμε ανδρειώσει
εσείς είχατε ανδρειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανδρειώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανδρειώσει
εσύ θα έχεις ανδρειώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανδρειώσει
εμείς θα έχουμε ανδρειώσει
εσείς θα έχετε ανδρειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανδρειώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανδρείωνε
(εσείς) ανδρειώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανδρείωσε
(εσείς) ανδρειώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανδρειώνομαι
εσύ ανδρειώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανδρειώνεται
εμείς ανδρειωνόμαστε
εσείς ανδρειώνεστε / ανδρειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρειώνονται
Παρατατικός
εγώ ανδρειωνόμουν / ανδρειωνόμουνα
εσύ ανδρειωνόσουν / ανδρειωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανδρειωνόταν / ανδρειωνότανε
εμείς ανδρειωνόμασταν / ανδρειωνόμαστε
εσείς ανδρειωνόσασταν / ανδρειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρειώνονταν / ανδρειωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανδρειώθηκα
εσύ ανδρειώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανδρειώθηκε
εμείς ανδρειωθήκαμε
εσείς ανδρειωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδρειώθηκαν / ανδρειωθήκαν / ανδρειωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανδρειώνομαι
εσύ θα ανδρειώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδρειώνεται
εμείς θα ανδρειωνόμαστε
εσείς θα ανδρειώνεστε / θα ανδρειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδρειώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανδρειωθώ
εσύ θα ανδρειωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδρειωθεί
εμείς θα ανδρειωθούμε
εσείς θα ανδρειωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδρειωθούν / θα ανδρειωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανδρειωθώ
εσύ να ανδρειωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανδρειωθεί
εμείς να ανδρειωθούμε
εσείς να ανδρειωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανδρειωθούν / ανδρειωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανδρειωθεί
εσύ έχεις ανδρειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανδρειωθεί
εμείς έχουμε ανδρειωθεί
εσείς έχετε ανδρειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανδρειωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανδρειωθεί
εσύ είχες ανδρειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανδρειωθεί
εμείς είχαμε ανδρειωθεί
εσείς είχατε ανδρειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανδρειωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανδρειωθεί
εσύ θα έχεις ανδρειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανδρειωθεί
εμείς θα έχουμε ανδρειωθεί
εσείς θα έχετε ανδρειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανδρειωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανδρειώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανδρειώσου
(εσείς) ανδρειωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανδρειώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανδρειώσει
Μετοχή παρακειμένου
ανδρειωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανδρειώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανδρειωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.