Κλίση του ρήματος ανδραποδίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ανδραποδίζω
alternative form of εξανδραποδίζω (exandrapodízo, “to enslave”)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανδραποδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανδραποδίζω
εσύ ανδραποδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ανδραποδίζει
εμείς ανδραποδίζουμε
εσείς ανδραποδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδραποδίζουν / ανδραποδίζουνε

Παρατατικός

εγώ ανδραπόδιζα
εσύ ανδραπόδιζες
αυτός/αυτή/αυτό ανδραπόδιζε
εμείς ανδραποδίζαμε
εσείς ανδραποδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδραπόδιζαν / ανδραποδίζαν / ανδραποδίζανε

Αόριστος

εγώ ανδραπόδισα
εσύ ανδραπόδισες
αυτός/αυτή/αυτό ανδραπόδισε
εμείς ανδραποδίσαμε
εσείς ανδραποδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδραπόδισαν / ανδραποδίσαν / ανδραποδίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανδραποδίζω
εσύ θα ανδραποδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδραποδίζει
εμείς θα ανδραποδίζουμε
εσείς θα ανδραποδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδραποδίζουν / θα ανδραποδίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανδραποδίσω
εσύ θα ανδραποδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδραποδίσει
εμείς θα ανδραποδίσουμε
εσείς θα ανδραποδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδραποδίσουν / θα ανδραποδίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανδραποδίσω
εσύ να ανδραποδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανδραποδίσει
εμείς να ανδραποδίσουμε
εσείς να ανδραποδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανδραποδίσουν / ανδραποδίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανδραποδίσει
εσύ έχεις ανδραποδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανδραποδίσει
εμείς έχουμε ανδραποδίσει
εσείς έχετε ανδραποδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανδραποδίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανδραποδίσει
εσύ είχες ανδραποδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανδραποδίσει
εμείς είχαμε ανδραποδίσει
εσείς είχατε ανδραποδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανδραποδίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανδραποδίσει
εσύ θα έχεις ανδραποδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανδραποδίσει
εμείς θα έχουμε ανδραποδίσει
εσείς θα έχετε ανδραποδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανδραποδίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ανδραπόδιζε
(εσείς) ανδραποδίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανδραπόδισε
(εσείς) ανδραποδίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανδραποδίζομαι
εσύ ανδραποδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανδραποδίζεται
εμείς ανδραποδιζόμαστε
εσείς ανδραποδίζεστε / ανδραποδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδραποδίζονται

Παρατατικός

εγώ ανδραποδιζόμουν / ανδραποδιζόμουνα
εσύ ανδραποδιζόσουν / ανδραποδιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανδραποδιζόταν / ανδραποδιζότανε
εμείς ανδραποδιζόμασταν / ανδραποδιζόμαστε
εσείς ανδραποδιζόσασταν / ανδραποδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδραποδίζονταν / ανδραποδιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ανδραποδίστηκα / ανδραποδίσθηκα
εσύ ανδραποδίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανδραποδίστηκε
εμείς ανδραποδιστήκαμε / ανδραποδισθήκαμε
εσείς ανδραποδιστήκατε / ανδραποδισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανδραποδίστηκαν / ανδραποδιστήκαν / ανδραποδιστήκανε / ανδραποδισθήκαν / ανδραποδισθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανδραποδίζομαι
εσύ θα ανδραποδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδραποδίζεται
εμείς θα ανδραποδιζόμαστε
εσείς θα ανδραποδίζεστε / θα ανδραποδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδραποδίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανδραποδιστώ / θα ανδραποδισθώ
εσύ θα ανδραποδιστείς / θα ανδραποδισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανδραποδιστεί / θα ανδραποδισθεί
εμείς θα ανδραποδιστούμε / θα ανδραποδισθούμε
εσείς θα ανδραποδιστείτε / θα ανδραποδισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανδραποδιστούν / θα ανδραποδιστούνε / θα ανδραποδισθούν / θα ανδραποδισθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανδραποδιστώ / ανδραποδισθώ
εσύ να ανδραποδιστείς / ανδραποδισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εμείς να ανδραποδιστούμε / ανδραποδισθούμε
εσείς να ανδραποδιστείτε / ανδραποδισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανδραποδιστούν / ανδραποδιστούνε / ανδραποδισθούν / ανδραποδισθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εσύ έχεις ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εμείς έχουμε ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εσείς έχετε ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εσύ είχες ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εμείς είχαμε ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εσείς είχατε ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εσύ θα έχεις ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εμείς θα έχουμε ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
εσείς θα έχετε ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ανδραποδίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανδραποδίσου
(εσείς) ανδραποδιστείτε / ανδραποδισθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ανδραποδίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ανδραποδίσει

Μετοχή παρακειμένου

ανδραποδισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ανδραποδίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ανδραποδιστεί / ανδραποδισθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.