Κλίση του ρήματος αναψοκοκκινίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναψοκοκκινίζω
to become red in the face (through exercise or anger)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναψοκοκκινίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναψοκοκκινίζω
εσύ αναψοκοκκινίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναψοκοκκινίζει
εμείς αναψοκοκκινίζουμε
εσείς αναψοκοκκινίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναψοκοκκινίζουν / αναψοκοκκινίζουνε

Παρατατικός

εγώ αναψοκοκκίνιζα
εσύ αναψοκοκκίνιζες
αυτός/αυτή/αυτό αναψοκοκκίνιζε
εμείς αναψοκοκκινίζαμε
εσείς αναψοκοκκινίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναψοκοκκίνιζαν / αναψοκοκκινίζαν / αναψοκοκκινίζανε

Αόριστος

εγώ αναψοκοκκίνισα
εσύ αναψοκοκκίνισες
αυτός/αυτή/αυτό αναψοκοκκίνισε
εμείς αναψοκοκκινίσαμε
εσείς αναψοκοκκινίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναψοκοκκίνισαν / αναψοκοκκινίσαν / αναψοκοκκινίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναψοκοκκινίζω
εσύ θα αναψοκοκκινίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναψοκοκκινίζει
εμείς θα αναψοκοκκινίζουμε
εσείς θα αναψοκοκκινίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναψοκοκκινίζουν / θα αναψοκοκκινίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναψοκοκκινίσω
εσύ θα αναψοκοκκινίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναψοκοκκινίσει
εμείς θα αναψοκοκκινίσουμε
εσείς θα αναψοκοκκινίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναψοκοκκινίσουν / θα αναψοκοκκινίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναψοκοκκινίσω
εσύ να αναψοκοκκινίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναψοκοκκινίσει
εμείς να αναψοκοκκινίσουμε
εσείς να αναψοκοκκινίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναψοκοκκινίσουν / αναψοκοκκινίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναψοκοκκινίσει
εσύ έχεις αναψοκοκκινίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναψοκοκκινίσει
εμείς έχουμε αναψοκοκκινίσει
εσείς έχετε αναψοκοκκινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναψοκοκκινίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναψοκοκκινίσει
εσύ είχες αναψοκοκκινίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναψοκοκκινίσει
εμείς είχαμε αναψοκοκκινίσει
εσείς είχατε αναψοκοκκινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναψοκοκκινίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναψοκοκκινίσει
εσύ θα έχεις αναψοκοκκινίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναψοκοκκινίσει
εμείς θα έχουμε αναψοκοκκινίσει
εσείς θα έχετε αναψοκοκκινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναψοκοκκινίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναψοκοκκίνιζε
(εσείς) αναψοκοκκινίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναψοκοκκίνισε
(εσείς) αναψοκοκκινίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναψοκοκκινίζοντας / έχοντας αναψοκοκκινίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αναψοκοκκινισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναψοκοκκινίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.