Κλίση του ρήματος αναχαιτίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναχαιτίζω
to curb, restrain, repel (an enemy)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναχαιτίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναχαιτίζω
εσύ αναχαιτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναχαιτίζει
εμείς αναχαιτίζουμε
εσείς αναχαιτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναχαιτίζουν / αναχαιτίζουνε

Παρατατικός

εγώ αναχαίτιζα
εσύ αναχαίτιζες
αυτός/αυτή/αυτό αναχαίτιζε
εμείς αναχαιτίζαμε
εσείς αναχαιτίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναχαίτιζαν / αναχαιτίζαν / αναχαιτίζανε

Αόριστος

εγώ αναχαίτισα
εσύ αναχαίτισες
αυτός/αυτή/αυτό αναχαίτισε
εμείς αναχαιτίσαμε
εσείς αναχαιτίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναχαίτισαν / αναχαιτίσαν / αναχαιτίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναχαιτίζω
εσύ θα αναχαιτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναχαιτίζει
εμείς θα αναχαιτίζουμε
εσείς θα αναχαιτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναχαιτίζουν / θα αναχαιτίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναχαιτίσω
εσύ θα αναχαιτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναχαιτίσει
εμείς θα αναχαιτίσουμε
εσείς θα αναχαιτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναχαιτίσουν / θα αναχαιτίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναχαιτίσω
εσύ να αναχαιτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναχαιτίσει
εμείς να αναχαιτίσουμε
εσείς να αναχαιτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναχαιτίσουν / αναχαιτίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναχαιτίσει
εσύ έχεις αναχαιτίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναχαιτίσει
εμείς έχουμε αναχαιτίσει
εσείς έχετε αναχαιτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναχαιτίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναχαιτίσει
εσύ είχες αναχαιτίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναχαιτίσει
εμείς είχαμε αναχαιτίσει
εσείς είχατε αναχαιτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναχαιτίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναχαιτίσει
εσύ θα έχεις αναχαιτίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναχαιτίσει
εμείς θα έχουμε αναχαιτίσει
εσείς θα έχετε αναχαιτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναχαιτίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναχαίτιζε
(εσείς) αναχαιτίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναχαίτισε
(εσείς) αναχαιτίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναχαιτίζομαι
εσύ αναχαιτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναχαιτίζεται
εμείς αναχαιτιζόμαστε
εσείς αναχαιτίζεστε / αναχαιτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναχαιτίζονται

Παρατατικός

εγώ αναχαιτιζόμουν / αναχαιτιζόμουνα
εσύ αναχαιτιζόσουν / αναχαιτιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναχαιτιζόταν / αναχαιτιζότανε
εμείς αναχαιτιζόμασταν / αναχαιτιζόμαστε
εσείς αναχαιτιζόσασταν / αναχαιτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναχαιτίζονταν / αναχαιτιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αναχαιτίστηκα
εσύ αναχαιτίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναχαιτίστηκε
εμείς αναχαιτιστήκαμε
εσείς αναχαιτιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναχαιτίστηκαν / αναχαιτιστήκαν / αναχαιτιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναχαιτίζομαι
εσύ θα αναχαιτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναχαιτίζεται
εμείς θα αναχαιτιζόμαστε
εσείς θα αναχαιτίζεστε / θα αναχαιτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναχαιτίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναχαιτιστώ
εσύ θα αναχαιτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναχαιτιστεί
εμείς θα αναχαιτιστούμε
εσείς θα αναχαιτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναχαιτιστούν / θα αναχαιτιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναχαιτιστώ
εσύ να αναχαιτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναχαιτιστεί
εμείς να αναχαιτιστούμε
εσείς να αναχαιτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναχαιτιστούν / αναχαιτιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναχαιτιστεί
εσύ έχεις αναχαιτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναχαιτιστεί
εμείς έχουμε αναχαιτιστεί
εσείς έχετε αναχαιτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναχαιτιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναχαιτιστεί
εσύ είχες αναχαιτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναχαιτιστεί
εμείς είχαμε αναχαιτιστεί
εσείς είχατε αναχαιτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναχαιτιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναχαιτιστεί
εσύ θα έχεις αναχαιτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναχαιτιστεί
εμείς θα έχουμε αναχαιτιστεί
εσείς θα έχετε αναχαιτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναχαιτιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναχαιτίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναχαιτίσου
(εσείς) αναχαιτιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναχαιτίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναχαιτίσει

Μετοχή παρακειμένου

αναχαιτισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναχαιτίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αναχαιτιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.