to spring up, arise (e.g. of problems, new issues)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναφύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναφύομαι
εσύ αναφύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναφύεται
εμείς αναφυόμαστε
εσείς αναφύεστε / αναφύεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά αναφύονται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ανεφύετο
αυτοί/αυτές/αυτά αναφύονταν / ανεφύοντο
Αόριστος
αυτός/αυτή/αυτό ανεφύη
αυτοί/αυτές/αυτά ανεφύησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναφύομαι
εσύ θα αναφύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναφύεται
εμείς θα αναφυόμαστε
εσείς θα αναφύεστε / θα αναφύεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναφύονται
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναφύεστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αναφυόμενος, -η, -o
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.