Κλίση του ρήματος αναφυτεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναφυτεύω
to replant
Πλήρης κλίση του ρήματος αναφυτεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναφυτεύω
εσύ αναφυτεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αναφυτεύει
εμείς αναφυτεύουμε
εσείς αναφυτεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναφυτεύουν / αναφυτεύουνε

Παρατατικός

εγώ αναφύτευα
εσύ αναφύτευες
αυτός/αυτή/αυτό αναφύτευε
εμείς αναφυτεύαμε
εσείς αναφυτεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναφύτευαν / αναφυτεύαν / αναφυτεύανε

Αόριστος

εγώ αναφύτευσα
εσύ αναφύτευσες
αυτός/αυτή/αυτό αναφύτευσε
εμείς αναφυτεύσαμε
εσείς αναφυτεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναφύτευσαν / αναφυτεύσαν / αναφυτεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναφυτεύω
εσύ θα αναφυτεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναφυτεύει
εμείς θα αναφυτεύουμε
εσείς θα αναφυτεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναφυτεύουν / θα αναφυτεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναφυτεύσω
εσύ θα αναφυτεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναφυτεύσει
εμείς θα αναφυτεύσουμε
εσείς θα αναφυτεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναφυτεύσουν / θα αναφυτεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναφυτεύσω
εσύ να αναφυτεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναφυτεύσει
εμείς να αναφυτεύσουμε
εσείς να αναφυτεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναφυτεύσουν / αναφυτεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναφυτεύσει
εσύ έχεις αναφυτεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναφυτεύσει
εμείς έχουμε αναφυτεύσει
εσείς έχετε αναφυτεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναφυτεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναφυτεύσει
εσύ είχες αναφυτεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναφυτεύσει
εμείς είχαμε αναφυτεύσει
εσείς είχατε αναφυτεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναφυτεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναφυτεύσει
εσύ θα έχεις αναφυτεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναφυτεύσει
εμείς θα έχουμε αναφυτεύσει
εσείς θα έχετε αναφυτεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναφυτεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναφύτευε
(εσείς) αναφυτεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναφύτευσε
(εσείς) αναφυτεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναφυτεύομαι
εσύ αναφυτεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναφυτεύεται
εμείς αναφυτευόμαστε
εσείς αναφυτεύεστε / αναφυτευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναφυτεύονται

Παρατατικός

εγώ αναφυτευόμουν / αναφυτευόμουνα
εσύ αναφυτευόσουν / αναφυτευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναφυτευόταν / αναφυτευότανε
εμείς αναφυτευόμασταν / αναφυτευόμαστε
εσείς αναφυτευόσασταν / αναφυτευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναφυτεύονταν / αναφυτευόντουσαν

Αόριστος

εγώ αναφυτεύθηκα / αναφυτεύτηκα
εσύ αναφυτεύθηκες / αναφυτεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναφυτεύθηκε / αναφυτεύτηκε
εμείς αναφυτευθήκαμε / αναφυτευτήκαμε
εσείς αναφυτευθήκατε / αναφυτευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναφυτεύθηκαν / αναφυτευθήκαν / αναφυτευθήκανε / αναφυτεύτηκαν / αναφυτευτήκαν / αναφυτευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναφυτεύομαι
εσύ θα αναφυτεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναφυτεύεται
εμείς θα αναφυτευόμαστε
εσείς θα αναφυτεύεστε / θα αναφυτευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναφυτεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναφυτευθώ / θα αναφυτευτώ
εσύ θα αναφυτευθείς / θα αναφυτευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναφυτευθεί / θα αναφυτευτεί
εμείς θα αναφυτευθούμε / θα αναφυτευτούμε
εσείς θα αναφυτευθείτε / θα αναφυτευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναφυτευθούν / θα αναφυτευθούνε / θα αναφυτευτούν / θα αναφυτευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναφυτευθώ / αναφυτευτώ
εσύ να αναφυτευθείς / αναφυτευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εμείς να αναφυτευθούμε / αναφυτευτούμε
εσείς να αναφυτευθείτε / αναφυτευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναφυτευθούν / αναφυτευθούνε / αναφυτευτούν / αναφυτευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εσύ έχεις αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εμείς έχουμε αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εσείς έχετε αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναφυτευθεί / αναφυτευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εσύ είχες αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εμείς είχαμε αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εσείς είχατε αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναφυτευθεί / αναφυτευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εσύ θα έχεις αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εμείς θα έχουμε αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
εσείς θα έχετε αναφυτευθεί / αναφυτευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναφυτευθεί / αναφυτευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναφυτεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναφυτεύσου
(εσείς) αναφυτευθείτε / αναφυτευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναφυτεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναφυτεύσει

Μετοχή παρακειμένου

αναφυτευμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναφυτεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αναφυτευθεί / αναφυτευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.