to replace, restore, put back
Πλήρης κλίση του ρήματος ανατοποθετώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανατοποθετώ
εσύ ανατοποθετείς
αυτός/αυτή/αυτό ανατοποθετεί
εμείς ανατοποθετούμε
εσείς ανατοποθετείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατοποθετούν / ανατοποθετούνε
Παρατατικός
εγώ ανατοποθετούσα
εσύ ανατοποθετούσες
αυτός/αυτή/αυτό ανατοποθετούσε
εμείς ανατοποθετούσαμε
εσείς ανατοποθετούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατοποθετούσαν / ανατοποθετούσανε
Αόριστος
εγώ ανατοποθέτησα
εσύ ανατοποθέτησες
αυτός/αυτή/αυτό ανατοποθέτησε
εμείς ανατοποθετήσαμε
εσείς ανατοποθετήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατοποθέτησαν / ανατοποθετήσαν / ανατοποθετήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανατοποθετώ
εσύ θα ανατοποθετείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατοποθετεί
εμείς θα ανατοποθετούμε
εσείς θα ανατοποθετείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατοποθετούν / θα ανατοποθετούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατοποθετήσω
εσύ θα ανατοποθετήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατοποθετήσει
εμείς θα ανατοποθετήσουμε
εσείς θα ανατοποθετήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατοποθετήσουν / θα ανατοποθετήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανατοποθετήσω
εσύ να ανατοποθετήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανατοποθετήσει
εμείς να ανατοποθετήσουμε
εσείς να ανατοποθετήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανατοποθετήσουν / ανατοποθετήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανατοποθετήσει
εσύ έχεις ανατοποθετήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανατοποθετήσει
εμείς έχουμε ανατοποθετήσει
εσείς έχετε ανατοποθετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανατοποθετήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανατοποθετήσει
εσύ είχες ανατοποθετήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανατοποθετήσει
εμείς είχαμε ανατοποθετήσει
εσείς είχατε ανατοποθετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανατοποθετήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανατοποθετήσει
εσύ θα έχεις ανατοποθετήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανατοποθετήσει
εμείς θα έχουμε ανατοποθετήσει
εσείς θα έχετε ανατοποθετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανατοποθετήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανατοποθετείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανατοποθέτησε
(εσείς) ανατοποθετήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανατοποθετούμαι
εσύ ανατοποθετείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανατοποθετείται
εμείς ανατοποθετούμαστε
εσείς ανατοποθετείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατοποθετούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ανατοποθετούνταν / ανατοποθετείτο
εμείς ανατοποθετούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατοποθετούνταν / ανατοποθετούντο
Αόριστος
εγώ ανατοποθετήθηκα
εσύ ανατοποθετήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανατοποθετήθηκε
εμείς ανατοποθετηθήκαμε
εσείς ανατοποθετηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατοποθετήθηκαν / ανατοποθετηθήκαν / ανατοποθετηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανατοποθετούμαι
εσύ θα ανατοποθετείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατοποθετείται
εμείς θα ανατοποθετούμαστε
εσείς θα ανατοποθετείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατοποθετούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατοποθετηθώ
εσύ θα ανατοποθετηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατοποθετηθεί
εμείς θα ανατοποθετηθούμε
εσείς θα ανατοποθετηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατοποθετηθούν / θα ανατοποθετηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανατοποθετηθώ
εσύ να ανατοποθετηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανατοποθετηθεί
εμείς να ανατοποθετηθούμε
εσείς να ανατοποθετηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανατοποθετηθούν / ανατοποθετηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανατοποθετηθεί
εσύ έχεις ανατοποθετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανατοποθετηθεί
εμείς έχουμε ανατοποθετηθεί
εσείς έχετε ανατοποθετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανατοποθετηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανατοποθετηθεί
εσύ είχες ανατοποθετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανατοποθετηθεί
εμείς είχαμε ανατοποθετηθεί
εσείς είχατε ανατοποθετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανατοποθετηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανατοποθετηθεί
εσύ θα έχεις ανατοποθετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανατοποθετηθεί
εμείς θα έχουμε ανατοποθετηθεί
εσείς θα έχετε ανατοποθετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανατοποθετηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανατοποθετείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανατοποθετήσου
(εσείς) ανατοποθετηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανατοποθετώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανατοποθετήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ανατοποθετούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ανατοποθετημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανατοποθετήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανατοποθετηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.