to explode, blow up
Πλήρης κλίση του ρήματος ανατινάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανατινάζω
εσύ ανατινάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ανατινάζει
εμείς ανατινάζουμε
εσείς ανατινάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατινάζουν / ανατινάζουνε
Παρατατικός
εγώ ανατίναζα
εσύ ανατίναζες
αυτός/αυτή/αυτό ανατίναζε
εμείς ανατινάζαμε
εσείς ανατινάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατίναζαν / ανατινάζαν / ανατινάζανε
Αόριστος
εγώ ανατίναξα
εσύ ανατίναξες
αυτός/αυτή/αυτό ανατίναξε
εμείς ανατινάξαμε
εσείς ανατινάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατίναξαν / ανατινάξαν / ανατινάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανατινάζω
εσύ θα ανατινάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατινάζει
εμείς θα ανατινάζουμε
εσείς θα ανατινάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατινάζουν / θα ανατινάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατινάξω
εσύ θα ανατινάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατινάξει
εμείς θα ανατινάξουμε
εσείς θα ανατινάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατινάξουν / θα ανατινάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανατινάξω
εσύ να ανατινάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανατινάξει
εμείς να ανατινάξουμε
εσείς να ανατινάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανατινάξουν / ανατινάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανατινάξει
εσύ έχεις ανατινάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανατινάξει
εμείς έχουμε ανατινάξει
εσείς έχετε ανατινάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανατινάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανατινάξει
εσύ είχες ανατινάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανατινάξει
εμείς είχαμε ανατινάξει
εσείς είχατε ανατινάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανατινάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανατινάξει
εσύ θα έχεις ανατινάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανατινάξει
εμείς θα έχουμε ανατινάξει
εσείς θα έχετε ανατινάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανατινάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανατίναζε
(εσείς) ανατινάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανατίναξε / ανατίναχ'
(εσείς) ανατινάξτε / ανατινάχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανατινάζομαι
εσύ ανατινάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανατινάζεται
εμείς ανατιναζόμαστε
εσείς ανατινάζεστε / ανατιναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατινάζονται
Παρατατικός
εγώ ανατιναζόμουν / ανατιναζόμουνα
εσύ ανατιναζόσουν / ανατιναζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανατιναζόταν / ανατιναζότανε
εμείς ανατιναζόμασταν / ανατιναζόμαστε
εσείς ανατιναζόσασταν / ανατιναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατινάζονταν / ανατιναζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανατινάχτηκα / ανατινάχθηκα
εσύ ανατινάχτηκες / ανατινάχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανατινάχτηκε / ανατινάχθηκε
εμείς ανατιναχτήκαμε / ανατιναχθήκαμε
εσείς ανατιναχτήκατε / ανατιναχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατινάχτηκαν / ανατιναχτήκαν / ανατιναχτήκανε / ανατινάχθηκαν / ανατιναχθήκαν / ανατιναχθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανατινάζομαι
εσύ θα ανατινάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατινάζεται
εμείς θα ανατιναζόμαστε
εσείς θα ανατινάζεστε / θα ανατιναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατινάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατιναχτώ / θα ανατιναχθώ
εσύ θα ανατιναχτείς / θα ανατιναχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατιναχτεί / θα ανατιναχθεί
εμείς θα ανατιναχτούμε / θα ανατιναχθούμε
εσείς θα ανατιναχτείτε / θα ανατιναχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατιναχτούν / θα ανατιναχτούνε / θα ανατιναχθούν / θα ανατιναχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανατιναχτώ / ανατιναχθώ
εσύ να ανατιναχτείς / ανατιναχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εμείς να ανατιναχτούμε / ανατιναχθούμε
εσείς να ανατιναχτείτε / ανατιναχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανατιναχτούν / ανατιναχτούνε / ανατιναχθούν / ανατιναχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εσύ έχεις ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εμείς έχουμε ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εσείς έχετε ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εσύ είχες ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εμείς είχαμε ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εσείς είχατε ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εσύ θα έχεις ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εμείς θα έχουμε ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
εσείς θα έχετε ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανατινάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανατινάξου
(εσείς) ανατιναχτείτε / ανατιναχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανατινάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανατινάξει
Μετοχή παρακειμένου
ανατιναγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανατινάξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανατιναχτεί / ανατιναχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.