to increase, appreciate, mark up (prices, financial value)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανατιμώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανατιμώ
εσύ ανατιμάς
αυτός/αυτή/αυτό ανατιμά
εμείς ανατιμούμε
εσείς ανατιμάτε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατιμούν / ανατιμούνε
Παρατατικός
εγώ ανατιμούσα
εσύ ανατιμούσες
αυτός/αυτή/αυτό ανατιμούσε
εμείς ανατιμούσαμε
εσείς ανατιμούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατιμούσαν / ανατιμούσανε
Αόριστος
εγώ ανατίμησα
εσύ ανατίμησες
αυτός/αυτή/αυτό ανατίμησε
εμείς ανατιμήσαμε
εσείς ανατιμήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατίμησαν / ανατιμήσαν / ανατιμήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανατιμώ
εσύ θα ανατιμάς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατιμά
εμείς θα ανατιμούμε
εσείς θα ανατιμάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατιμούν / θα ανατιμούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατιμήσω
εσύ θα ανατιμήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατιμήσει
εμείς θα ανατιμήσουμε
εσείς θα ανατιμήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατιμήσουν / θα ανατιμήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανατιμήσω
εσύ να ανατιμήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανατιμήσει
εμείς να ανατιμήσουμε
εσείς να ανατιμήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανατιμήσουν / ανατιμήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανατιμήσει
εσύ έχεις ανατιμήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανατιμήσει
εμείς έχουμε ανατιμήσει
εσείς έχετε ανατιμήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανατιμήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανατιμήσει
εσύ είχες ανατιμήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανατιμήσει
εμείς είχαμε ανατιμήσει
εσείς είχατε ανατιμήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανατιμήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανατιμήσει
εσύ θα έχεις ανατιμήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανατιμήσει
εμείς θα έχουμε ανατιμήσει
εσείς θα έχετε ανατιμήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανατιμήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανατιμάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανατίμησε
(εσείς) ανατιμήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανατιμώμαι
εσύ ανατιμάσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανατιμάται
εμείς ανατιμόμαστε / ‑ώμεθα
εσείς ανατιμάστε / ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατιμώνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ανατιμάτο
αυτοί/αυτές/αυτά ανατιμώντο
Αόριστος
εγώ ανατιμήθηκα
εσύ ανατιμήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανατιμήθηκε
εμείς ανατιμηθήκαμε
εσείς ανατιμηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατιμήθηκαν / ανατιμηθήκαν / ανατιμηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανατιμώμαι
εσύ θα ανατιμάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατιμάται
εμείς θα ανατιμόμαστε / θα ‑ώμεθα
εσείς θα ανατιμάστε / θα ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατιμώνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατιμηθώ
εσύ θα ανατιμηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατιμηθεί
εμείς θα ανατιμηθούμε
εσείς θα ανατιμηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατιμηθούν / θα ανατιμηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανατιμηθώ
εσύ να ανατιμηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανατιμηθεί
εμείς να ανατιμηθούμε
εσείς να ανατιμηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανατιμηθούν / ανατιμηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανατιμηθεί
εσύ έχεις ανατιμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανατιμηθεί
εμείς έχουμε ανατιμηθεί
εσείς έχετε ανατιμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανατιμηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανατιμηθεί
εσύ είχες ανατιμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανατιμηθεί
εμείς είχαμε ανατιμηθεί
εσείς είχατε ανατιμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανατιμηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανατιμηθεί
εσύ θα έχεις ανατιμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανατιμηθεί
εμείς θα έχουμε ανατιμηθεί
εσείς θα έχετε ανατιμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανατιμηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανατιμάστε / ανατιμάσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανατιμήσου
(εσείς) ανατιμηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανατιμώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανατιμήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ανατιμώμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ανατιμημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανατιμήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανατιμηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.