Κλίση του ρήματος ανατέλλω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ανατέλλω
to rise, appear (celestial objects, especially the sun)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανατέλλω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανατέλλω
εσύ ανατέλλεις
αυτός/αυτή/αυτό ανατέλλει
εμείς ανατέλλουμε
εσείς ανατέλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανατέλλουν / ανατέλλουνε

Παρατατικός

εγώ ανέτειλλα / ανάτειλλα
εσύ ανέτειλλες / ανάτειλλες
αυτός/αυτή/αυτό ανέτειλλε / ανάτειλλε
εμείς ανατέλλαμε
εσείς ανατέλλατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέτειλλαν / ανατέλλαν / ανατέλλανε / ανάτειλλαν

Αόριστος

εγώ ανέτειλα / ανάτειλα
εσύ ανέτειλες / ανάτειλες
αυτός/αυτή/αυτό ανέτειλε / ανάτειλε
εμείς ανατείλαμε
εσείς ανατείλατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέτειλαν / ανατείλαν / ανατείλανε / ανάτειλαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανατέλλω
εσύ θα ανατέλλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατέλλει
εμείς θα ανατέλλουμε
εσείς θα ανατέλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατέλλουν / θα ανατέλλουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανατείλω
εσύ θα ανατείλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανατείλει
εμείς θα ανατείλουμε
εσείς θα ανατείλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανατείλουν / θα ανατείλουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανατείλω
εσύ να ανατείλεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανατείλει
εμείς να ανατείλουμε
εσείς να ανατείλετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανατείλουν / ανατείλουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανατείλει
εσύ έχεις ανατείλει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανατείλει
εμείς έχουμε ανατείλει
εσείς έχετε ανατείλει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανατείλει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανατείλει
εσύ είχες ανατείλει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανατείλει
εμείς είχαμε ανατείλει
εσείς είχατε ανατείλει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανατείλει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανατείλει
εσύ θα έχεις ανατείλει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανατείλει
εμείς θα έχουμε ανατείλει
εσείς θα έχετε ανατείλει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανατείλει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ανάτελλε
(εσείς) ανατέλλετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανάτειλε
(εσείς) ανατείλετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ανατέλλοντας / έχοντας ανατείλει

Απαρέμφατο

ανατείλει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.