to reconnect, renew
Πλήρης κλίση του ρήματος ανασυνδέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανασυνδέω
εσύ ανασυνδέεις
αυτός/αυτή/αυτό ανασυνδέει
εμείς ανασυνδέουμε
εσείς ανασυνδέετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυνδέουν / ανασυνδέουνε
Παρατατικός
εγώ ανασυνέδεα
εσύ ανασυνέδεες
αυτός/αυτή/αυτό ανασυνέδεε
εμείς ανασυνδέαμε
εσείς ανασυνδέατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυνέδεαν / ανασυνδέαν / ανασυνδέανε
Αόριστος
εγώ ανασυνέδεσα / ανασύνδεσα
εσύ ανασυνέδεσες / ανασύνδεσες
αυτός/αυτή/αυτό ανασυνέδεσε / ανασύνδεσε
εμείς ανασυνδέσαμε
εσείς ανασυνδέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυνέδεσαν / ανασυνδέσαν / ανασυνδέσανε / ανασύνδεσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανασυνδέω
εσύ θα ανασυνδέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασυνδέει
εμείς θα ανασυνδέουμε
εσείς θα ανασυνδέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασυνδέουν / θα ανασυνδέουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανασυνδέσω
εσύ θα ανασυνδέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασυνδέσει
εμείς θα ανασυνδέσουμε
εσείς θα ανασυνδέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασυνδέσουν / θα ανασυνδέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανασυνδέσω
εσύ να ανασυνδέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανασυνδέσει
εμείς να ανασυνδέσουμε
εσείς να ανασυνδέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανασυνδέσουν / ανασυνδέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανασυνδέσει
εσύ έχεις ανασυνδέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανασυνδέσει
εμείς έχουμε ανασυνδέσει
εσείς έχετε ανασυνδέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανασυνδέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανασυνδέσει
εσύ είχες ανασυνδέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανασυνδέσει
εμείς είχαμε ανασυνδέσει
εσείς είχατε ανασυνδέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανασυνδέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανασυνδέσει
εσύ θα έχεις ανασυνδέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανασυνδέσει
εμείς θα έχουμε ανασυνδέσει
εσείς θα έχετε ανασυνδέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανασυνδέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανασύνδεε
(εσείς) ανασυνδέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανασύνδεσε
(εσείς) ανασυνδέστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανασυνδέομαι
εσύ ανασυνδέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανασυνδέεται
εμείς ανασυνδεόμαστε
εσείς ανασυνδέεστε / ανασυνδεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυνδέονται
Παρατατικός
εγώ ανασυνδεόμουν / ανασυνδεόμουνα
εσύ ανασυνδεόσουν / ανασυνδεόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανασυνδεόταν / ανασυνδεότανε
εμείς ανασυνδεόμασταν / ανασυνδεόμαστε
εσείς ανασυνδεόσασταν / ανασυνδεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυνδέονταν / ανασυνδεόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανασυνδέθηκα
εσύ ανασυνδέθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανασυνδέθηκε
εμείς ανασυνδεθήκαμε
εσείς ανασυνδεθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυνδέθηκαν / ανασυνδεθήκαν / ανασυνδεθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανασυνδέομαι
εσύ θα ανασυνδέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασυνδέεται
εμείς θα ανασυνδεόμαστε
εσείς θα ανασυνδέεστε / θα ανασυνδεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασυνδέονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανασυνδεθώ
εσύ θα ανασυνδεθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασυνδεθεί
εμείς θα ανασυνδεθούμε
εσείς θα ανασυνδεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασυνδεθούν / θα ανασυνδεθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανασυνδεθώ
εσύ να ανασυνδεθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανασυνδεθεί
εμείς να ανασυνδεθούμε
εσείς να ανασυνδεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανασυνδεθούν / ανασυνδεθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανασυνδεθεί
εσύ έχεις ανασυνδεθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανασυνδεθεί
εμείς έχουμε ανασυνδεθεί
εσείς έχετε ανασυνδεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανασυνδεθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανασυνδεθεί
εσύ είχες ανασυνδεθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανασυνδεθεί
εμείς είχαμε ανασυνδεθεί
εσείς είχατε ανασυνδεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανασυνδεθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανασυνδεθεί
εσύ θα έχεις ανασυνδεθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανασυνδεθεί
εμείς θα έχουμε ανασυνδεθεί
εσείς θα έχετε ανασυνδεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανασυνδεθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανασυνδέεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανασυνδέσου
(εσείς) ανασυνδεθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανασυνδέοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανασυνδέσει
Μετοχή παρακειμένου
ανασυνδεδεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανασυνδέσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανασυνδεθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.