Κλίση του ρήματος ανασυγκροτώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ανασυγκροτώ
to rebuild, reconstruct
Πλήρης κλίση του ρήματος ανασυγκροτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανασυγκροτώ
εσύ ανασυγκροτείς
αυτός/αυτή/αυτό ανασυγκροτεί
εμείς ανασυγκροτούμε
εσείς ανασυγκροτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυγκροτούν / ανασυγκροτούνε

Παρατατικός

εγώ ανασυγκροτούσα
εσύ ανασυγκροτούσες
αυτός/αυτή/αυτό ανασυγκροτούσε
εμείς ανασυγκροτούσαμε
εσείς ανασυγκροτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυγκροτούσαν / ανασυγκροτούσανε

Αόριστος

εγώ ανασυγκρότησα
εσύ ανασυγκρότησες
αυτός/αυτή/αυτό ανασυγκρότησε
εμείς ανασυγκροτήσαμε
εσείς ανασυγκροτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυγκρότησαν / ανασυγκροτήσαν / ανασυγκροτήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανασυγκροτώ
εσύ θα ανασυγκροτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασυγκροτεί
εμείς θα ανασυγκροτούμε
εσείς θα ανασυγκροτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασυγκροτούν / θα ανασυγκροτούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανασυγκροτήσω
εσύ θα ανασυγκροτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασυγκροτήσει
εμείς θα ανασυγκροτήσουμε
εσείς θα ανασυγκροτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασυγκροτήσουν / θα ανασυγκροτήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανασυγκροτήσω
εσύ να ανασυγκροτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανασυγκροτήσει
εμείς να ανασυγκροτήσουμε
εσείς να ανασυγκροτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανασυγκροτήσουν / ανασυγκροτήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανασυγκροτήσει
εσύ έχεις ανασυγκροτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανασυγκροτήσει
εμείς έχουμε ανασυγκροτήσει
εσείς έχετε ανασυγκροτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανασυγκροτήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανασυγκροτήσει
εσύ είχες ανασυγκροτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανασυγκροτήσει
εμείς είχαμε ανασυγκροτήσει
εσείς είχατε ανασυγκροτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανασυγκροτήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανασυγκροτήσει
εσύ θα έχεις ανασυγκροτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανασυγκροτήσει
εμείς θα έχουμε ανασυγκροτήσει
εσείς θα έχετε ανασυγκροτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανασυγκροτήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ανασυγκροτείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανασυγκρότησε
(εσείς) ανασυγκροτήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανασυγκροτούμαι
εσύ ανασυγκροτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανασυγκροτείται
εμείς ανασυγκροτούμαστε
εσείς ανασυγκροτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυγκροτούνται

Παρατατικός

εγώ ανασυγκροτούμουν -
αυτός/αυτή/αυτό ανασυγκροτούνταν / ανασυγκροτείτο
εμείς ανασυγκροτούμασταν / -)
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυγκροτούνταν / ανασυγκροτούντο

Αόριστος

εγώ ανασυγκροτήθηκα
εσύ ανασυγκροτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανασυγκροτήθηκε
εμείς ανασυγκροτηθήκαμε
εσείς ανασυγκροτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασυγκροτήθηκαν / ανασυγκροτηθήκαν / ανασυγκροτηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανασυγκροτούμαι
εσύ θα ανασυγκροτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασυγκροτείται
εμείς θα ανασυγκροτούμαστε
εσείς θα ανασυγκροτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασυγκροτούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανασυγκροτηθώ
εσύ θα ανασυγκροτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασυγκροτηθεί
εμείς θα ανασυγκροτηθούμε
εσείς θα ανασυγκροτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασυγκροτηθούν / θα ανασυγκροτηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανασυγκροτηθώ
εσύ να ανασυγκροτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανασυγκροτηθεί
εμείς να ανασυγκροτηθούμε
εσείς να ανασυγκροτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανασυγκροτηθούν / ανασυγκροτηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανασυγκροτηθεί
εσύ έχεις ανασυγκροτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανασυγκροτηθεί
εμείς έχουμε ανασυγκροτηθεί
εσείς έχετε ανασυγκροτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανασυγκροτηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανασυγκροτηθεί
εσύ είχες ανασυγκροτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανασυγκροτηθεί
εμείς είχαμε ανασυγκροτηθεί
εσείς είχατε ανασυγκροτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανασυγκροτηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανασυγκροτηθεί
εσύ θα έχεις ανασυγκροτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανασυγκροτηθεί
εμείς θα έχουμε ανασυγκροτηθεί
εσείς θα έχετε ανασυγκροτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανασυγκροτηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ανασυγκροτείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανασυγκροτήσου
(εσείς) ανασυγκροτηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ανασυγκροτώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ανασυγκροτήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ανασυγκροτούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

ανασυγκροτημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ανασυγκροτήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ανασυγκροτηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.