Κλίση του ρήματος αναστυλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναστυλώνω
to support (a column)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναστυλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναστυλώνω
εσύ αναστυλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αναστυλώνει
εμείς αναστυλώνουμε
εσείς αναστυλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστυλώνουν / αναστυλώνουνε

Παρατατικός

εγώ αναστύλωνα
εσύ αναστύλωνες
αυτός/αυτή/αυτό αναστύλωνε
εμείς αναστυλώναμε
εσείς αναστυλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστύλωναν / αναστυλώναν / αναστυλώνανε

Αόριστος

εγώ αναστύλωσα
εσύ αναστύλωσες
αυτός/αυτή/αυτό αναστύλωσε
εμείς αναστυλώσαμε
εσείς αναστυλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστύλωσαν / αναστυλώσαν / αναστυλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναστυλώνω
εσύ θα αναστυλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναστυλώνει
εμείς θα αναστυλώνουμε
εσείς θα αναστυλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναστυλώνουν / θα αναστυλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναστυλώσω
εσύ θα αναστυλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναστυλώσει
εμείς θα αναστυλώσουμε
εσείς θα αναστυλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναστυλώσουν / θα αναστυλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναστυλώσω
εσύ να αναστυλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναστυλώσει
εμείς να αναστυλώσουμε
εσείς να αναστυλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναστυλώσουν / αναστυλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναστυλώσει
εσύ έχεις αναστυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναστυλώσει
εμείς έχουμε αναστυλώσει
εσείς έχετε αναστυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναστυλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναστυλώσει
εσύ είχες αναστυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναστυλώσει
εμείς είχαμε αναστυλώσει
εσείς είχατε αναστυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναστυλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναστυλώσει
εσύ θα έχεις αναστυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναστυλώσει
εμείς θα έχουμε αναστυλώσει
εσείς θα έχετε αναστυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναστυλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναστύλωνε
(εσείς) αναστυλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναστύλωσε
(εσείς) αναστυλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναστυλώνομαι
εσύ αναστυλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναστυλώνεται
εμείς αναστυλωνόμαστε
εσείς αναστυλώνεστε / αναστυλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστυλώνονται

Παρατατικός

εγώ αναστυλωνόμουν / αναστυλωνόμουνα
εσύ αναστυλωνόσουν / αναστυλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναστυλωνόταν / αναστυλωνότανε
εμείς αναστυλωνόμασταν / αναστυλωνόμαστε
εσείς αναστυλωνόσασταν / αναστυλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστυλώνονταν / αναστυλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αναστυλώθηκα
εσύ αναστυλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναστυλώθηκε
εμείς αναστυλωθήκαμε
εσείς αναστυλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστυλώθηκαν / αναστυλωθήκαν / αναστυλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναστυλώνομαι
εσύ θα αναστυλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναστυλώνεται
εμείς θα αναστυλωνόμαστε
εσείς θα αναστυλώνεστε / θα αναστυλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναστυλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναστυλωθώ
εσύ θα αναστυλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναστυλωθεί
εμείς θα αναστυλωθούμε
εσείς θα αναστυλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναστυλωθούν / θα αναστυλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναστυλωθώ
εσύ να αναστυλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναστυλωθεί
εμείς να αναστυλωθούμε
εσείς να αναστυλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναστυλωθούν / αναστυλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναστυλωθεί
εσύ έχεις αναστυλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναστυλωθεί
εμείς έχουμε αναστυλωθεί
εσείς έχετε αναστυλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναστυλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναστυλωθεί
εσύ είχες αναστυλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναστυλωθεί
εμείς είχαμε αναστυλωθεί
εσείς είχατε αναστυλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναστυλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναστυλωθεί
εσύ θα έχεις αναστυλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναστυλωθεί
εμείς θα έχουμε αναστυλωθεί
εσείς θα έχετε αναστυλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναστυλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναστυλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναστυλώσου
(εσείς) αναστυλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναστυλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναστυλώσει

Μετοχή παρακειμένου

αναστυλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναστυλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αναστυλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.