Κλίση του ρήματος αναστενάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναστενάζω
to sigh (with relief, grief, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναστενάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναστενάζω
εσύ αναστενάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναστενάζει
εμείς αναστενάζουμε
εσείς αναστενάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστενάζουν / αναστενάζουνε

Παρατατικός

εγώ αναστέναζα
εσύ αναστέναζες
αυτός/αυτή/αυτό αναστέναζε
εμείς αναστενάζαμε
εσείς αναστενάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστέναζαν / αναστενάζαν / αναστενάζανε

Αόριστος

εγώ αναστέναξα
εσύ αναστέναξες
αυτός/αυτή/αυτό αναστέναξε
εμείς αναστενάξαμε
εσείς αναστενάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναστέναξαν / αναστενάξαν / αναστενάξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναστενάζω
εσύ θα αναστενάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναστενάζει
εμείς θα αναστενάζουμε
εσείς θα αναστενάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναστενάζουν / θα αναστενάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναστενάξω
εσύ θα αναστενάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναστενάξει
εμείς θα αναστενάξουμε
εσείς θα αναστενάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναστενάξουν / θα αναστενάξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναστενάξω
εσύ να αναστενάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναστενάξει
εμείς να αναστενάξουμε
εσείς να αναστενάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναστενάξουν / αναστενάξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναστενάξει
εσύ έχεις αναστενάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναστενάξει
εμείς έχουμε αναστενάξει
εσείς έχετε αναστενάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναστενάξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναστενάξει
εσύ είχες αναστενάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναστενάξει
εμείς είχαμε αναστενάξει
εσείς είχατε αναστενάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναστενάξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναστενάξει
εσύ θα έχεις αναστενάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναστενάξει
εμείς θα έχουμε αναστενάξει
εσείς θα έχετε αναστενάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναστενάξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναστέναζε
(εσείς) αναστενάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναστέναξε
(εσείς) αναστενάξτε / αναστενάχτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναστενάζοντας / έχοντας αναστενάξει

Απαρέμφατο

αναστενάξει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.