to rebut, refute
Πλήρης κλίση του ρήματος ανασκευάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανασκευάζω
εσύ ανασκευάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ανασκευάζει
εμείς ανασκευάζουμε
εσείς ανασκευάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκευάζουν / ανασκευάζουνε
Παρατατικός
εγώ ανασκεύαζα
εσύ ανασκεύαζες
αυτός/αυτή/αυτό ανασκεύαζε
εμείς ανασκευάζαμε
εσείς ανασκευάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκεύαζαν / ανασκευάζαν / ανασκευάζανε
Αόριστος
εγώ ανασκεύασα
εσύ ανασκεύασες
αυτός/αυτή/αυτό ανασκεύασε
εμείς ανασκευάσαμε
εσείς ανασκευάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκεύασαν / ανασκευάσαν / ανασκευάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανασκευάζω
εσύ θα ανασκευάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασκευάζει
εμείς θα ανασκευάζουμε
εσείς θα ανασκευάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασκευάζουν / θα ανασκευάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανασκευάσω
εσύ θα ανασκευάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασκευάσει
εμείς θα ανασκευάσουμε
εσείς θα ανασκευάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασκευάσουν / θα ανασκευάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανασκευάσω
εσύ να ανασκευάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανασκευάσει
εμείς να ανασκευάσουμε
εσείς να ανασκευάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανασκευάσουν / ανασκευάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανασκευάσει
εσύ έχεις ανασκευάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανασκευάσει
εμείς έχουμε ανασκευάσει
εσείς έχετε ανασκευάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανασκευάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανασκευάσει
εσύ είχες ανασκευάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανασκευάσει
εμείς είχαμε ανασκευάσει
εσείς είχατε ανασκευάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανασκευάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανασκευάσει
εσύ θα έχεις ανασκευάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανασκευάσει
εμείς θα έχουμε ανασκευάσει
εσείς θα έχετε ανασκευάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανασκευάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανασκεύαζε
(εσείς) ανασκευάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανασκεύασε
(εσείς) ανασκευάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανασκευάζομαι
εσύ ανασκευάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανασκευάζεται
εμείς ανασκευαζόμαστε
εσείς ανασκευάζεστε / ανασκευαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκευάζονται
Παρατατικός
εγώ ανασκευαζόμουν / ανασκευαζόμουνα
εσύ ανασκευαζόσουν / ανασκευαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανασκευαζόταν / ανασκευαζότανε
εμείς ανασκευαζόμασταν / ανασκευαζόμαστε
εσείς ανασκευαζόσασταν / ανασκευαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκευάζονταν / ανασκευαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανασκευάστηκα
εσύ ανασκευάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανασκευάστηκε
εμείς ανασκευαστήκαμε
εσείς ανασκευαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκευάστηκαν / ανασκευαστήκαν / ανασκευαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανασκευάζομαι
εσύ θα ανασκευάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασκευάζεται
εμείς θα ανασκευαζόμαστε
εσείς θα ανασκευάζεστε / θα ανασκευαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασκευάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανασκευαστώ
εσύ θα ανασκευαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασκευαστεί
εμείς θα ανασκευαστούμε
εσείς θα ανασκευαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασκευαστούν / θα ανασκευαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανασκευαστώ
εσύ να ανασκευαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανασκευαστεί
εμείς να ανασκευαστούμε
εσείς να ανασκευαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανασκευαστούν / ανασκευαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανασκευαστεί
εσύ έχεις ανασκευαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανασκευαστεί
εμείς έχουμε ανασκευαστεί
εσείς έχετε ανασκευαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανασκευαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανασκευαστεί
εσύ είχες ανασκευαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανασκευαστεί
εμείς είχαμε ανασκευαστεί
εσείς είχατε ανασκευαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανασκευαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανασκευαστεί
εσύ θα έχεις ανασκευαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανασκευαστεί
εμείς θα έχουμε ανασκευαστεί
εσείς θα έχετε ανασκευαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανασκευαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανασκευάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανασκευάσου
(εσείς) ανασκευαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανασκευάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανασκευάσει
Μετοχή παρακειμένου
ανασκευασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανασκευάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανασκευαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.