Κλίση του ρήματος ανασκαλεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ανασκαλεύω
to rummage, rake, rake through, rootle
Πλήρης κλίση του ρήματος ανασκαλεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανασκαλεύω
εσύ ανασκαλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ανασκαλεύει
εμείς ανασκαλεύουμε
εσείς ανασκαλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκαλεύουν / ανασκαλεύουνε

Παρατατικός

εγώ ανασκάλευα
εσύ ανασκάλευες
αυτός/αυτή/αυτό ανασκάλευε
εμείς ανασκαλεύαμε
εσείς ανασκαλεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκάλευαν / ανασκαλεύαν / ανασκαλεύανε

Αόριστος

εγώ ανασκάλεψα
εσύ ανασκάλεψες
αυτός/αυτή/αυτό ανασκάλεψε
εμείς ανασκαλέψαμε
εσείς ανασκαλέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκάλεψαν / ανασκαλέψαν / ανασκαλέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανασκαλεύω
εσύ θα ανασκαλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασκαλεύει
εμείς θα ανασκαλεύουμε
εσείς θα ανασκαλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασκαλεύουν / θα ανασκαλεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανασκαλέψω
εσύ θα ανασκαλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασκαλέψει
εμείς θα ανασκαλέψουμε
εσείς θα ανασκαλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασκαλέψουν / θα ανασκαλέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανασκαλέψω
εσύ να ανασκαλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανασκαλέψει
εμείς να ανασκαλέψουμε
εσείς να ανασκαλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανασκαλέψουν / ανασκαλέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανασκαλέψει
εσύ έχεις ανασκαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανασκαλέψει
εμείς έχουμε ανασκαλέψει
εσείς έχετε ανασκαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανασκαλέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανασκαλέψει
εσύ είχες ανασκαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανασκαλέψει
εμείς είχαμε ανασκαλέψει
εσείς είχατε ανασκαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανασκαλέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανασκαλέψει
εσύ θα έχεις ανασκαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανασκαλέψει
εμείς θα έχουμε ανασκαλέψει
εσείς θα έχετε ανασκαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανασκαλέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ανασκάλευε
(εσείς) ανασκαλεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανασκάλεψε / ανασκάλευ'
(εσείς) ανασκαλέψτε / ανασκαλεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανασκαλεύομαι
εσύ ανασκαλεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανασκαλεύεται
εμείς ανασκαλευόμαστε
εσείς ανασκαλεύεστε / ανασκαλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκαλεύονται

Παρατατικός

εγώ ανασκαλευόμουν / ανασκαλευόμουνα
εσύ ανασκαλευόσουν / ανασκαλευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανασκαλευόταν / ανασκαλευότανε
εμείς ανασκαλευόμασταν / ανασκαλευόμαστε
εσείς ανασκαλευόσασταν / ανασκαλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκαλεύονταν / ανασκαλευόντουσαν

Αόριστος

εγώ ανασκαλεύτηκα
εσύ ανασκαλεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανασκαλεύτηκε
εμείς ανασκαλευτήκαμε
εσείς ανασκαλευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανασκαλεύτηκαν / ανασκαλευτήκαν / ανασκαλευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανασκαλεύομαι
εσύ θα ανασκαλεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασκαλεύεται
εμείς θα ανασκαλευόμαστε
εσείς θα ανασκαλεύεστε / θα ανασκαλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασκαλεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανασκαλευτώ
εσύ θα ανασκαλευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανασκαλευτεί
εμείς θα ανασκαλευτούμε
εσείς θα ανασκαλευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανασκαλευτούν / θα ανασκαλευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανασκαλευτώ
εσύ να ανασκαλευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανασκαλευτεί
εμείς να ανασκαλευτούμε
εσείς να ανασκαλευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανασκαλευτούν / ανασκαλευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανασκαλευτεί
εσύ έχεις ανασκαλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανασκαλευτεί
εμείς έχουμε ανασκαλευτεί
εσείς έχετε ανασκαλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανασκαλευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανασκαλευτεί
εσύ είχες ανασκαλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανασκαλευτεί
εμείς είχαμε ανασκαλευτεί
εσείς είχατε ανασκαλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανασκαλευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανασκαλευτεί
εσύ θα έχεις ανασκαλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανασκαλευτεί
εμείς θα έχουμε ανασκαλευτεί
εσείς θα έχετε ανασκαλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανασκαλευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ανασκαλεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανασκαλέψου
(εσείς) ανασκαλευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ανασκαλεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ανασκαλέψει

Μετοχή παρακειμένου

ανασκαλεμένος, -η, -o / ανασκαλευμένος, ‑η, ‑o

Απαρέμφατο

ανασκαλέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ανασκαλευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.