to hang, hang up, suspend
Πλήρης κλίση του ρήματος αναρτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναρτώ
εσύ αναρτάς
αυτός/αυτή/αυτό αναρτά
εμείς αναρτούμε
εσείς αναρτάτε
αυτοί/αυτές/αυτά αναρτούν / αναρτούνε
Παρατατικός
εγώ αναρτούσα
εσύ αναρτούσες
αυτός/αυτή/αυτό αναρτούσε
εμείς αναρτούσαμε
εσείς αναρτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναρτούσαν / αναρτούσανε
Αόριστος
εγώ ανάρτησα / ανήρτησα
εσύ ανάρτησες / ανήρτησες
αυτός/αυτή/αυτό ανάρτησε / ανήρτησε
εμείς αναρτήσαμε
εσείς αναρτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάρτησαv / αναρτήσαν / αναρτήσανε / ανήρτησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναρτώ
εσύ θα αναρτάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναρτά
εμείς θα αναρτούμε
εσείς θα αναρτάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναρτούν / θα αναρτούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναρτήσω
εσύ θα αναρτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναρτήσει
εμείς θα αναρτήσουμε
εσείς θα αναρτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναρτήσουν / θα αναρτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναρτήσω
εσύ να αναρτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναρτήσει
εμείς να αναρτήσουμε
εσείς να αναρτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναρτήσουν / αναρτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναρτήσει
εσύ έχεις αναρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναρτήσει
εμείς έχουμε αναρτήσει
εσείς έχετε αναρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναρτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναρτήσει
εσύ είχες αναρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναρτήσει
εμείς είχαμε αναρτήσει
εσείς είχατε αναρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναρτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναρτήσει
εσύ θα έχεις αναρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναρτήσει
εμείς θα έχουμε αναρτήσει
εσείς θα έχετε αναρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναρτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναρτάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάρτησε
(εσείς) αναρτήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναρτώμαι
εσύ αναρτάσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναρτάται
εμείς αναρτόμαστε / ‑ώμεθα
εσείς αναρτάστε / ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά αναρτώνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό αναρτάτο
αυτοί/αυτές/αυτά αναρτώντο
Αόριστος
εγώ αναρτήθηκα
εσύ αναρτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναρτήθηκε
εμείς αναρτηθήκαμε
εσείς αναρτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναρτήθηκαν / αναρτηθήκαν / αναρτηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναρτώμαι
εσύ θα αναρτάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναρτάται
εμείς θα αναρτόμαστε / θα ‑ώμεθα
εσείς θα αναρτάστε / θα ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναρτώνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναρτηθώ
εσύ θα αναρτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναρτηθεί
εμείς θα αναρτηθούμε
εσείς θα αναρτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναρτηθούν / θα αναρτηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναρτηθώ
εσύ να αναρτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναρτηθεί
εμείς να αναρτηθούμε
εσείς να αναρτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναρτηθούν / αναρτηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναρτηθεί
εσύ έχεις αναρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναρτηθεί
εμείς έχουμε αναρτηθεί
εσείς έχετε αναρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναρτηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναρτηθεί
εσύ είχες αναρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναρτηθεί
εμείς είχαμε αναρτηθεί
εσείς είχατε αναρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναρτηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναρτηθεί
εσύ θα έχεις αναρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναρτηθεί
εμείς θα έχουμε αναρτηθεί
εσείς θα έχετε αναρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναρτηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναρτάστε / αναρτάσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναρτήσου
(εσείς) αναρτηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναρτώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αναρτήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αναρτώμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αναρτημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αναρτήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναρτηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.