to recover, get better, convalesce
Πλήρης κλίση του ρήματος αναρρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναρρώνω
εσύ αναρρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αναρρώνει
εμείς αναρρώνουμε
εσείς αναρρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναρρώνουν / αναρρώνουνε
Παρατατικός
εγώ ανάρρωνα / ανέρρωνα
εσύ ανάρρωνες / ανέρρωνες
αυτός/αυτή/αυτό ανάρρωνε / ανέρρωνε
εμείς αναρρώναμε
εσείς αναρρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάρρωναν / αναρρώναν / αναρρώνανε / ανέρρωναν
Αόριστος
εγώ ανάρρωσα / ανέρρωσα
εσύ ανάρρωσες / ανέρρωσες
αυτός/αυτή/αυτό ανάρρωσε / ανέρρωσε
εμείς αναρρώσαμε
εσείς αναρρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάρρωσαν / αναρρώσαν / αναρρώσανε / ανέρρωσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναρρώνω
εσύ θα αναρρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναρρώνει
εμείς θα αναρρώνουμε
εσείς θα αναρρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναρρώνουν / θα αναρρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναρρώσω
εσύ θα αναρρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναρρώσει
εμείς θα αναρρώσουμε
εσείς θα αναρρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναρρώσουν / θα αναρρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναρρώσω
εσύ να αναρρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναρρώσει
εμείς να αναρρώσουμε
εσείς να αναρρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναρρώσουν / αναρρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναρρώσει
εσύ έχεις αναρρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναρρώσει
εμείς έχουμε αναρρώσει
εσείς έχετε αναρρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναρρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναρρώσει
εσύ είχες αναρρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναρρώσει
εμείς είχαμε αναρρώσει
εσείς είχατε αναρρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναρρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναρρώσει
εσύ θα έχεις αναρρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναρρώσει
εμείς θα έχουμε αναρρώσει
εσείς θα έχετε αναρρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναρρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανάρρωνε
(εσείς) αναρρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάρρωσε
(εσείς) αναρρώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναρρώνοντας / έχοντας αναρρώσει
Απαρέμφατο
αναρρώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.