to become ill-tempered, cantankerous, irritable
Πλήρης κλίση του ρήματος αναποδιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναποδιάζω
εσύ αναποδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναποδιάζει
εμείς αναποδιάζουμε
εσείς αναποδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναποδιάζουν / αναποδιάζουνε
Παρατατικός
εγώ αναπόδιαζα
εσύ αναπόδιαζες
αυτός/αυτή/αυτό αναπόδιαζε
εμείς αναποδιάζαμε
εσείς αναποδιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπόδιαζαν / αναποδιάζαν / αναποδιάζανε
Αόριστος
εγώ αναπόδιασα
εσύ αναπόδιασες
αυτός/αυτή/αυτό αναπόδιασε
εμείς αναποδιάσαμε
εσείς αναποδιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπόδιασαν / αναποδιάσαν / αναποδιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναποδιάζω
εσύ θα αναποδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναποδιάζει
εμείς θα αναποδιάζουμε
εσείς θα αναποδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναποδιάζουν / θα αναποδιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναποδιάσω
εσύ θα αναποδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναποδιάσει
εμείς θα αναποδιάσουμε
εσείς θα αναποδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναποδιάσουν / θα αναποδιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναποδιάσω
εσύ να αναποδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναποδιάσει
εμείς να αναποδιάσουμε
εσείς να αναποδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναποδιάσουν / αναποδιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναποδιάσει
εσύ έχεις αναποδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναποδιάσει
εμείς έχουμε αναποδιάσει
εσείς έχετε αναποδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναποδιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναποδιάσει
εσύ είχες αναποδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναποδιάσει
εμείς είχαμε αναποδιάσει
εσείς είχατε αναποδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναποδιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναποδιάσει
εσύ θα έχεις αναποδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναποδιάσει
εμείς θα έχουμε αναποδιάσει
εσείς θα έχετε αναποδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναποδιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αναπόδιαζε
(εσείς) αναποδιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναπόδιασε
(εσείς) αναποδιάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναποδιάζοντας / έχοντας αναποδιάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αναποδιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αναποδιάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.