to breathe
Πλήρης κλίση του ρήματος αναπνέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναπνέω
εσύ αναπνέεις
αυτός/αυτή/αυτό αναπνέει
εμείς αναπνέουμε
εσείς αναπνέετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπνέουν / αναπνέουνε
Παρατατικός
εγώ ανέπνεα / ανάπνεα
εσύ ανέπνεες / ανάπνεες
αυτός/αυτή/αυτό ανέπνεε / ανάπνεε
εμείς αναπνέαμε
εσείς αναπνέατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέπνεαν / αναπνέαν / αναπνέανε / ανάπνεαν
Αόριστος
εγώ ανέπνευσα / ανάπνευσα
εσύ ανέπνευσες / ανάπνευσες
αυτός/αυτή/αυτό ανέπνευσε / ανάπνευσε
εμείς αναπνεύσαμε
εσείς αναπνεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέπνευσαν / αναπνεύσαν / αναπνεύσανε / ανάπνευσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναπνέω
εσύ θα αναπνέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπνέει
εμείς θα αναπνέουμε
εσείς θα αναπνέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπνέουν / θα αναπνέουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπνεύσω
εσύ θα αναπνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπνεύσει
εμείς θα αναπνεύσουμε
εσείς θα αναπνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπνεύσουν / θα αναπνεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναπνεύσω
εσύ να αναπνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναπνεύσει
εμείς να αναπνεύσουμε
εσείς να αναπνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναπνεύσουν / αναπνεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναπνεύσει
εσύ έχεις αναπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναπνεύσει
εμείς έχουμε αναπνεύσει
εσείς έχετε αναπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναπνεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναπνεύσει
εσύ είχες αναπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναπνεύσει
εμείς είχαμε αναπνεύσει
εσείς είχατε αναπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναπνεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναπνεύσει
εσύ θα έχεις αναπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναπνεύσει
εμείς θα έχουμε αναπνεύσει
εσείς θα έχετε αναπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναπνεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανάπνεε
(εσείς) αναπνέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάπνευσε
(εσείς) αναπνεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναπνέοντας / έχοντας αναπνεύσει
Απαρέμφατο
αναπνεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.