to substitute, replace
Πλήρης κλίση του ρήματος αναπληρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναπληρώνω
εσύ αναπληρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αναπληρώνει
εμείς αναπληρώνουμε
εσείς αναπληρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπληρώνουν / αναπληρώνουνε
Παρατατικός
εγώ αναπλήρωνα
εσύ αναπλήρωνες
αυτός/αυτή/αυτό αναπλήρωνε
εμείς αναπληρώναμε
εσείς αναπληρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπλήρωναν / αναπληρώναν / αναπληρώνανε
Αόριστος
εγώ αναπλήρωσα
εσύ αναπλήρωσες
αυτός/αυτή/αυτό αναπλήρωσε
εμείς αναπληρώσαμε
εσείς αναπληρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπλήρωσαν / αναπληρώσαν / αναπληρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναπληρώνω
εσύ θα αναπληρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπληρώνει
εμείς θα αναπληρώνουμε
εσείς θα αναπληρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπληρώνουν / θα αναπληρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπληρώσω
εσύ θα αναπληρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπληρώσει
εμείς θα αναπληρώσουμε
εσείς θα αναπληρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπληρώσουν / θα αναπληρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναπληρώσω
εσύ να αναπληρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναπληρώσει
εμείς να αναπληρώσουμε
εσείς να αναπληρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναπληρώσουν / αναπληρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναπληρώσει
εσύ έχεις αναπληρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναπληρώσει
εμείς έχουμε αναπληρώσει
εσείς έχετε αναπληρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναπληρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναπληρώσει
εσύ είχες αναπληρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναπληρώσει
εμείς είχαμε αναπληρώσει
εσείς είχατε αναπληρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναπληρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναπληρώσει
εσύ θα έχεις αναπληρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναπληρώσει
εμείς θα έχουμε αναπληρώσει
εσείς θα έχετε αναπληρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναπληρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αναπλήρωνε
(εσείς) αναπληρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναπλήρωσε
(εσείς) αναπληρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναπληρώνομαι
εσύ αναπληρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναπληρώνεται
εμείς αναπληρωνόμαστε
εσείς αναπληρώνεστε / αναπληρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπληρώνονται
Παρατατικός
εγώ αναπληρωνόμουν / αναπληρωνόμουνα
εσύ αναπληρωνόσουν / αναπληρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναπληρωνόταν / αναπληρωνότανε
εμείς αναπληρωνόμασταν / αναπληρωνόμαστε
εσείς αναπληρωνόσασταν / αναπληρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπληρώνονταν / αναπληρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αναπληρώθηκα
εσύ αναπληρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναπληρώθηκε
εμείς αναπληρωθήκαμε
εσείς αναπληρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπληρώθηκαν / αναπληρωθήκαν / αναπληρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναπληρώνομαι
εσύ θα αναπληρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπληρώνεται
εμείς θα αναπληρωνόμαστε
εσείς θα αναπληρώνεστε / θα αναπληρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπληρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπληρωθώ
εσύ θα αναπληρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπληρωθεί
εμείς θα αναπληρωθούμε
εσείς θα αναπληρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπληρωθούν / θα αναπληρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναπληρωθώ
εσύ να αναπληρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναπληρωθεί
εμείς να αναπληρωθούμε
εσείς να αναπληρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναπληρωθούν / αναπληρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναπληρωθεί
εσύ έχεις αναπληρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναπληρωθεί
εμείς έχουμε αναπληρωθεί
εσείς έχετε αναπληρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναπληρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναπληρωθεί
εσύ είχες αναπληρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναπληρωθεί
εμείς είχαμε αναπληρωθεί
εσείς είχατε αναπληρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναπληρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναπληρωθεί
εσύ θα έχεις αναπληρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναπληρωθεί
εμείς θα έχουμε αναπληρωθεί
εσείς θα έχετε αναπληρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναπληρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναπληρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναπληρώσου
(εσείς) αναπληρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναπληρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αναπληρώσει
Μετοχή παρακειμένου
αναπληρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αναπληρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναπληρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.