to flutter
Πλήρης κλίση του ρήματος αναπεταρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναπεταρίζω
εσύ αναπεταρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναπεταρίζει
εμείς αναπεταρίζουμε
εσείς αναπεταρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπεταρίζουν / αναπεταρίζουνε
Παρατατικός
εγώ αναπετάριζα
εσύ αναπετάριζες
αυτός/αυτή/αυτό αναπετάριζε
εμείς αναπεταρίζαμε
εσείς αναπεταρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπετάριζαν / αναπεταρίζαν / αναπεταρίζανε
Αόριστος
εγώ αναπετάρισα
εσύ αναπετάρισες
αυτός/αυτή/αυτό αναπετάρισε
εμείς αναπεταρίσαμε
εσείς αναπεταρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπετάρισαν / αναπεταρίσαν / αναπεταρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναπεταρίζω
εσύ θα αναπεταρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπεταρίζει
εμείς θα αναπεταρίζουμε
εσείς θα αναπεταρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπεταρίζουν / θα αναπεταρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπεταρίσω
εσύ θα αναπεταρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπεταρίσει
εμείς θα αναπεταρίσουμε
εσείς θα αναπεταρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπεταρίσουν / θα αναπεταρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναπεταρίσω
εσύ να αναπεταρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναπεταρίσει
εμείς να αναπεταρίσουμε
εσείς να αναπεταρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναπεταρίσουν / αναπεταρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναπεταρίσει
εσύ έχεις αναπεταρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναπεταρίσει
εμείς έχουμε αναπεταρίσει
εσείς έχετε αναπεταρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναπεταρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναπεταρίσει
εσύ είχες αναπεταρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναπεταρίσει
εμείς είχαμε αναπεταρίσει
εσείς είχατε αναπεταρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναπεταρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναπεταρίσει
εσύ θα έχεις αναπεταρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναπεταρίσει
εμείς θα έχουμε αναπεταρίσει
εσείς θα έχετε αναπεταρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναπεταρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αναπετάριζε
(εσείς) αναπεταρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναπετάρισε
(εσείς) αναπεταρίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναπεταρίζοντας / έχοντας αναπεταρίσει
Απαρέμφατο
αναπεταρίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.