to give comfort, give a rest
Πλήρης κλίση του ρήματος αναπαύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναπαύω
εσύ αναπαύεις
αυτός/αυτή/αυτό αναπαύει
εμείς αναπαύουμε
εσείς αναπαύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπαύουν / αναπαύουνε
Παρατατικός
εγώ ανέπαυα / ανάπαυα
εσύ ανέπαυες / ανάπαυες
αυτός/αυτή/αυτό ανέπαυε / ανάπαυε
εμείς αναπαύαμε
εσείς αναπαύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέπαυαν / αναπαύαν / αναπαύανε / ανάπαυαν
Αόριστος
εγώ ανέπαυσα / ανάπαυσα / ανάπαψα
εσύ ανέπαυσες / ανάπαυσες / ανάπαψες
αυτός/αυτή/αυτό ανέπαυσε / ανάπαυσε / ανάπαψε
εμείς αναπαύσαμε / αναπάψαμε
εσείς αναπαύσατε / αναπάψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέπαυσαν / ανάπαυσαν / αναπαύσαν / αναπαύσανε / ανάπαψαν / αναπάψαν / αναπάψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναπαύω
εσύ θα αναπαύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπαύει
εμείς θα αναπαύουμε
εσείς θα αναπαύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπαύουν / θα αναπαύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπαύσω / θα αναπάψω
εσύ θα αναπαύσεις / θα αναπάψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπαύσει / θα αναπάψει
εμείς θα αναπαύσουμε / θα αναπάψουμε
εσείς θα αναπαύσετε / θα αναπάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπαύσουν / θα αναπαύσουνε / θα αναπάψουν / θα αναπάψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναπαύσω / αναπάψω
εσύ να αναπαύσεις / αναπάψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναπαύσει / αναπάψει
εμείς να αναπαύσουμε / αναπάψουμε
εσείς να αναπαύσετε / αναπάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναπαύσουν / αναπαύσουνε / αναπάψουν / αναπάψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναπαύσει / αναπάψει
εσύ έχεις αναπαύσει / αναπάψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναπαύσει / αναπάψει
εμείς έχουμε αναπαύσει / αναπάψει
εσείς έχετε αναπαύσει / αναπάψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναπαύσει / αναπάψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναπαύσει / αναπάψει
εσύ είχες αναπαύσει / αναπάψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναπαύσει / αναπάψει
εμείς είχαμε αναπαύσει / αναπάψει
εσείς είχατε αναπαύσει / αναπάψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναπαύσει / αναπάψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναπαύσει / αναπάψει
εσύ θα έχεις αναπαύσει / αναπάψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναπαύσει / αναπάψει
εμείς θα έχουμε αναπαύσει / αναπάψει
εσείς θα έχετε αναπαύσει / αναπάψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναπαύσει / αναπάψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανάπαυε
(εσείς) αναπαύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάπαυσε / ανάπαψε / ανάπαυ'
(εσείς) αναπαύστε / αναπάψτε / αναπαύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναπαύομαι
εσύ αναπαύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναπαύεται
εμείς αναπαυόμαστε
εσείς αναπαύεστε / αναπαυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπαύονται
Παρατατικός
εγώ αναπαυόμουν / αναπαυόμουνα
εσύ αναπαυόσουν / αναπαυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναπαυόταν / αναπαυότανε
εμείς αναπαυόμασταν / αναπαυόμαστε
εσείς αναπαυόσασταν / αναπαυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπαύονταν / αναπαυόντουσαν
Αόριστος
εγώ αναπαύθηκα / αναπαύτηκα
εσύ αναπαύθηκες / αναπαύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναπαύθηκε / αναπαύτηκε
εμείς αναπαυθήκαμε / αναπαυτήκαμε
εσείς αναπαυθήκατε / αναπαυτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπαύθηκαν / αναπαυθήκαν / αναπαυθήκανε / αναπαύτηκαν / αναπαυτήκαν / αναπαυτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναπαύομαι
εσύ θα αναπαύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπαύεται
εμείς θα αναπαυόμαστε
εσείς θα αναπαύεστε / θα αναπαυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπαύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπαυθώ / θα αναπαυτώ
εσύ θα αναπαυθείς / θα αναπαυτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπαυθεί / θα αναπαυτεί
εμείς θα αναπαυθούμε / θα αναπαυτούμε
εσείς θα αναπαυθείτε / θα αναπαυτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπαυθούν / θα αναπαυθούνε / θα αναπαυτούν / θα αναπαυτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναπαυθώ / αναπαυτώ
εσύ να αναπαυθείς / αναπαυτείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναπαυθεί / αναπαυτεί
εμείς να αναπαυθούμε / αναπαυτούμε
εσείς να αναπαυθείτε / αναπαυτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναπαυθούν / αναπαυθούνε / αναπαυτούν / αναπαυτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναπαυθεί / αναπαυτεί
εσύ έχεις αναπαυθεί / αναπαυτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναπαυθεί / αναπαυτεί
εμείς έχουμε αναπαυθεί / αναπαυτεί
εσείς έχετε αναπαυθεί / αναπαυτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναπαυθεί / αναπαυτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναπαυθεί / αναπαυτεί
εσύ είχες αναπαυθεί / αναπαυτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναπαυθεί / αναπαυτεί
εμείς είχαμε αναπαυθεί / αναπαυτεί
εσείς είχατε αναπαυθεί / αναπαυτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναπαυθεί / αναπαυτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναπαυθεί / αναπαυτεί
εσύ θα έχεις αναπαυθεί / αναπαυτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναπαυθεί / αναπαυτεί
εμείς θα έχουμε αναπαυθεί / αναπαυτεί
εσείς θα έχετε αναπαυθεί / αναπαυτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναπαυθεί / αναπαυτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναπαύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναπαύσου / αναπάψου
(εσείς) αναπαυθείτε / αναπαυτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναπαύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αναπαύσει / αναπάψει
Μετοχή παρακειμένου
αναπαυμένος, -η, -ο / αναπαμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αναπαύσει / αναπάψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναπαυθεί / αναπαυτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.