Κλίση του ρήματος αναπάλλω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναπάλλω
to move or swing upwards, oscillate, vibrate
Πλήρης κλίση του ρήματος αναπάλλω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναπάλλω
εσύ αναπάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό αναπάλλει
εμείς αναπάλλουμε
εσείς αναπάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπάλλουν / αναπάλλουνε

Παρατατικός

εγώ ανέπαλλα
εσύ ανέπαλλες
αυτός/αυτή/αυτό ανέπαλλε
εμείς αναπάλλαμε
εσείς αναπάλλατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέπαλλαν

Αόριστος

εγώ ανέπαλα
εσύ ανέπαλες
αυτός/αυτή/αυτό ανέπαλε
εμείς αναπάλαμε
εσείς αναπάλατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέπαλαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναπάλλω
εσύ θα αναπάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπάλλει
εμείς θα αναπάλλουμε
εσείς θα αναπάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπάλλουν / θα αναπάλλουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναπάλω
εσύ θα αναπάλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπάλει
εμείς θα αναπάλουμε
εσείς θα αναπάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπάλουν / θα αναπάλουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναπάλω
εσύ να αναπάλεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναπάλει
εμείς να αναπάλουμε
εσείς να αναπάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναπάλουν / αναπάλουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναπάλει
εσύ έχεις αναπάλει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναπάλει
εμείς έχουμε αναπάλει
εσείς έχετε αναπάλει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναπάλει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναπάλει
εσύ είχες αναπάλει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναπάλει
εμείς είχαμε αναπάλει
εσείς είχατε αναπάλει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναπάλει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναπάλει
εσύ θα έχεις αναπάλει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναπάλει
εμείς θα έχουμε αναπάλει
εσείς θα έχετε αναπάλει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναπάλει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ανάπαλλε
(εσείς) αναπάλλετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανάπαλε
(εσείς) αναπάλτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναπάλλομαι
εσύ αναπάλλεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναπάλλεται
εμείς αναπαλλόμαστε
εσείς αναπάλλεστε / αναπάλλεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπάλλονται

Παρατατικός

εγώ αναπαλλόμουν
εσύ ανπαλλόσουν
αυτός/αυτή/αυτό αναπαλλόταν
εμείς αναπαλλόμασταν / αναπαλλόμαστε
εσείς αναπαλλόσασταν / αναπαλλόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπάλλονταν

Αόριστος

εσύ αναπάλθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναπάλθηκε
εμείς αναπαλθήκαμε
εσείς αναπαλθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναπάλθηκαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναπάλλομαι
εσύ θα αναπάλλεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπάλλεται
εμείς θα αναπαλλόμαστε
εσείς θα αναπάλλεστε / θα αναπάλλεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπάλλονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εσύ θα αναπαλθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναπαλθεί
εμείς θα αναπαλθούμε
εσείς θα αναπαλθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναπαλθούν / θα αναπαλθούνε

Υποτακτική (να)

εσύ να αναπαλθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναπαλθεί
εμείς να αναπαλθούμε
εσείς να αναπαλθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναπαλθούν / αναπαλθούνε

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναπάλλεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) αναπαλθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναπάλλουσα / indeclinable: αναπάλλοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναπάλει

Απαρέμφατο

αναπάλει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.