Κλίση του ρήματος ανανήφω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ανανήφω
to come round, recover (consciousness especially after surgery)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανανήφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανανήφω
εσύ ανανήφεις
αυτός/αυτή/αυτό ανανήφει
εμείς ανανήφουμε
εσείς ανανήφετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανανήφουν

Παρατατικός

εγώ ανένηφα
εσύ ανένηφες
αυτός/αυτή/αυτό ανένηφε
εμείς ανανήφαμε
εσείς ανανήφατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανένηφαν

Αόριστος

εγώ ανένηψα
εσύ ανένηψες
αυτός/αυτή/αυτό ανένηψε
εμείς ανανήψαμε
εσείς ανανήψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανένηψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανανήφω
εσύ θα ανανήφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανανήφει
εμείς θα ανανήφουμε
εσείς θα ανανήφετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανανήφουν

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανανήψω
εσύ θα ανανήψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανανήψει
εμείς θα ανανήψουμε
εσείς θα ανανήψετε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανανήψω
εσύ να ανανήψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανανήψει
εμείς να ανανήψουμε
εσείς να ανανήψετε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανανήψει
εσύ έχεις ανανήψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανανήψει
εμείς έχουμε ανανήψει
εσείς έχετε ανανήψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανανήψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανανήψει
εσύ είχες ανανήψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανανήψει
εμείς είχαμε ανανήψει
εσείς είχατε ανανήψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανανήψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανανήψει
εσύ θα έχεις ανανήψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανανήψει
εμείς θα έχουμε ανανήψει
εσείς θα έχετε ανανήψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανανήψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ανάνηφε
(εσείς) ανανήφετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανάνηψε
(εσείς) ανανήψτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ανανήφοντας / έχοντας ανανήψει

Απαρέμφατο

ανανήψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.