to mix (paint, cement, etc.)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναμειγνύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναμειγνύω
εσύ αναμειγνύεις
αυτός/αυτή/αυτό αναμειγνύει
εμείς αναμειγνύουμε
εσείς αναμειγνύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναμειγνύουν / αναμειγνύουνε
Παρατατικός
εγώ αναμείγνυα
εσύ αναμείγνυες
αυτός/αυτή/αυτό αναμείγνυε
εμείς αναμειγνύαμε
εσείς αναμειγνύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναμείγνυαν / αναμειγνύαν / αναμειγνύανε
Αόριστος
εγώ ανέμειξα / ανάμειξα
εσύ ανέμειξες / ανάμειξες
αυτός/αυτή/αυτό ανέμειξε / ανάμειξε
εμείς αναμείξαμε
εσείς αναμείξατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέμειξαν / αναμείξαν / αναμείξανε / ανάμειξαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναμειγνύω
εσύ θα αναμειγνύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναμειγνύει
εμείς θα αναμειγνύουμε
εσείς θα αναμειγνύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναμειγνύουν / θα αναμειγνύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναμείξω
εσύ θα αναμείξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναμείξει
εμείς θα αναμείξουμε
εσείς θα αναμείξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναμείξουν / θα αναμείξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναμείξω
εσύ να αναμείξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναμείξει
εμείς να αναμείξουμε
εσείς να αναμείξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναμείξουν / αναμείξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναμείξει
εσύ έχεις αναμείξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναμείξει
εμείς έχουμε αναμείξει
εσείς έχετε αναμείξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναμείξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναμείξει
εσύ είχες αναμείξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναμείξει
εμείς είχαμε αναμείξει
εσείς είχατε αναμείξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναμείξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναμείξει
εσύ θα έχεις αναμείξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναμείξει
εμείς θα έχουμε αναμείξει
εσείς θα έχετε αναμείξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναμείξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αναμείγνυε
(εσείς) αναμειγνύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάμειξε
(εσείς) αναμείξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναμειγνύομαι
εσύ αναμειγνύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναμειγνύεται
εμείς αναμειγνυόμαστε
εσείς αναμειγνύεστε / αναμειγνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναμειγνύονται
Παρατατικός
εγώ αναμειγνυόμουν / αναμειγνυόμουνα
εσύ αναμειγνυόσουν / αναμειγνυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναμειγνυόταν / αναμειγνυότανε
εμείς αναμειγνυόμασταν / αναμειγνυόμαστε
εσείς αναμειγνυόσασταν / αναμειγνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναμειγνύονταν / αναμειγνυόντουσαν
Αόριστος
εγώ αναμείχθηκα²
εσύ αναμείχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναμείχθηκε
εμείς αναμειχθήκαμε
εσείς αναμειχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναμείχθηκαν / αναμειχθήκαν / αναμειχθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναμειγνύομαι
εσύ θα αναμειγνύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναμειγνύεται
εμείς θα αναμειγνυόμαστε
εσείς θα αναμειγνύεστε / θα αναμειγνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναμειγνύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναμειχθώ²
εσύ θα αναμειχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναμειχθεί
εμείς θα αναμειχθούμε
εσείς θα αναμειχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναμειχθούν / θα αναμειχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναμειχθώ²
εσύ να αναμειχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναμειχθεί
εμείς να αναμειχθούμε
εσείς να αναμειχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναμειχθούν / αναμειχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναμειχθεί
εσύ έχεις αναμειχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναμειχθεί
εμείς έχουμε αναμειχθεί
εσείς έχετε αναμειχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναμειχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναμειχθεί
εσύ είχες αναμειχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναμειχθεί
εμείς είχαμε αναμειχθεί
εσείς είχατε αναμειχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναμειχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναμειχθεί
εσύ θα έχεις αναμειχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναμειχθεί
εμείς θα έχουμε αναμειχθεί
εσείς θα έχετε αναμειχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναμειχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναμειγνύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναμείξου
(εσείς) αναμειχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναμειγνύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αναμείξει
Μετοχή παρακειμένου
αναμειγμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
αναμείξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναμειχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.