Κλίση του ρήματος αναλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναλώνω
to spend, consume, use
Πλήρης κλίση του ρήματος αναλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναλώνω
εσύ αναλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αναλώνει
εμείς αναλώνουμε
εσείς αναλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναλώνουν / αναλώνουνε

Παρατατικός

εγώ ανάλωνα
εσύ ανάλωνες
αυτός/αυτή/αυτό ανάλωνε
εμείς αναλώναμε
εσείς αναλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάλωναν / αναλώναν / αναλώνανε

Αόριστος

εγώ ανάλωσα
εσύ ανάλωσες
αυτός/αυτή/αυτό ανάλωσε
εμείς αναλώσαμε
εσείς αναλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάλωσαν / αναλώσαν / αναλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναλώνω
εσύ θα αναλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναλώνει
εμείς θα αναλώνουμε
εσείς θα αναλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναλώνουν / θα αναλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναλώσω
εσύ θα αναλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναλώσει
εμείς θα αναλώσουμε
εσείς θα αναλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναλώσουν / θα αναλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναλώσω
εσύ να αναλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναλώσει
εμείς να αναλώσουμε
εσείς να αναλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναλώσουν / αναλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναλώσει
εσύ έχεις αναλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναλώσει
εμείς έχουμε αναλώσει
εσείς έχετε αναλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναλώσει
εσύ είχες αναλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναλώσει
εμείς είχαμε αναλώσει
εσείς είχατε αναλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναλώσει
εσύ θα έχεις αναλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναλώσει
εμείς θα έχουμε αναλώσει
εσείς θα έχετε αναλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ανάλωνε
(εσείς) αναλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανάλωσε
(εσείς) αναλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναλώνομαι
εσύ αναλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναλώνεται
εμείς αναλωνόμαστε
εσείς αναλώνεστε / αναλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναλώνονται

Παρατατικός

εγώ αναλωνόμουν / αναλωνόμουνα
εσύ αναλωνόσουν / αναλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναλωνόταν / αναλωνότανε
εμείς αναλωνόμασταν / αναλωνόμαστε
εσείς αναλωνόσασταν / αναλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναλώνονταν / αναλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αναλώθηκα
εσύ αναλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναλώθηκε
εμείς αναλωθήκαμε
εσείς αναλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναλώθηκαν / αναλωθήκαν / αναλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναλώνομαι
εσύ θα αναλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναλώνεται
εμείς θα αναλωνόμαστε
εσείς θα αναλώνεστε / θα αναλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναλωθώ
εσύ θα αναλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναλωθεί
εμείς θα αναλωθούμε
εσείς θα αναλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναλωθούν / θα αναλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναλωθώ
εσύ να αναλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναλωθεί
εμείς να αναλωθούμε
εσείς να αναλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναλωθούν / αναλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναλωθεί
εσύ έχεις αναλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναλωθεί
εμείς έχουμε αναλωθεί
εσείς έχετε αναλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναλωθεί
εσύ είχες αναλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναλωθεί
εμείς είχαμε αναλωθεί
εσείς είχατε αναλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναλωθεί
εσύ θα έχεις αναλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναλωθεί
εμείς θα έχουμε αναλωθεί
εσείς θα έχετε αναλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναλώσου
(εσείς) αναλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναλώσει

Μετοχή παρακειμένου

αναλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αναλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.