to consider, dwell on, think about, brood, brood on
Πλήρης κλίση του ρήματος αναλογίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναλογίζομαι
εσύ αναλογίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναλογίζεται
εμείς αναλογιζόμαστε
εσείς αναλογίζεστε / αναλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναλογίζονται
Παρατατικός
εγώ αναλογιζόμουν / αναλογιζόμουνα
εσύ αναλογιζόσουν / αναλογιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναλογιζόταν / αναλογιζότανε
εμείς αναλογιζόμασταν / αναλογιζόμαστε
εσείς αναλογιζόσασταν / αναλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναλογίζονταν / αναλογιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αναλογίστηκα / αναλογίσθηκα
εσύ αναλογίστηκες / αναλογίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναλογίστηκε / αναλογίσθηκε
εμείς αναλογιστήκαμε / αναλογισθήκαμε
εσείς αναλογιστήκατε / αναλογισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναλογίστηκαν / αναλογιστήκαν / αναλογιστήκανε / αναλογίσθηκαν / αναλογισθήκαν / αναλογισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναλογίζομαι
εσύ θα αναλογίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναλογίζεται
εμείς θα αναλογιζόμαστε
εσείς θα αναλογίζεστε / θα αναλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναλογίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναλογιστώ / θα αναλογισθώ
εσύ θα αναλογιστείς / θα αναλογισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναλογιστεί / θα αναλογισθεί
εμείς θα αναλογιστούμε / θα αναλογισθούμε
εσείς θα αναλογιστείτε / θα αναλογισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναλογιστούν / θα αναλογιστούνε / θα αναλογισθούν / θα αναλογισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναλογιστώ / αναλογισθώ
εσύ να αναλογιστείς / αναλογισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναλογιστεί / αναλογισθεί
εμείς να αναλογιστούμε / αναλογισθούμε
εσείς να αναλογιστείτε / αναλογισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναλογιστούν / αναλογιστούνε / αναλογισθούν / αναλογισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναλογιστεί / αναλογισθεί
εσύ έχεις αναλογιστεί / αναλογισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναλογιστεί / αναλογισθεί
εμείς έχουμε αναλογιστεί / αναλογισθεί
εσείς έχετε αναλογιστεί / αναλογισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναλογιστεί / αναλογισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναλογιστεί / αναλογισθεί
εσύ είχες αναλογιστεί / αναλογισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναλογιστεί / αναλογισθεί
εμείς είχαμε αναλογιστεί / αναλογισθεί
εσείς είχατε αναλογιστεί / αναλογισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναλογιστεί / αναλογισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναλογιστεί / αναλογισθεί
εσύ θα έχεις αναλογιστεί / αναλογισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναλογιστεί / αναλογισθεί
εμείς θα έχουμε αναλογιστεί / αναλογισθεί
εσείς θα έχετε αναλογιστεί / αναλογισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναλογιστεί / αναλογισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναλογίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναλογίσου
(εσείς) αναλογιστείτε / αναλογισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναλογιστεί / αναλογισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.