to arise, crop up (difficulties, issues)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακύπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακύπτω
εσύ ανακύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό ανακύπτει
εμείς ανακύπτουμε
εσείς ανακύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακύπτουν / ανακύπτουνε
Παρατατικός
εγώ ανέκυπτα
εσύ ανέκυπτες
αυτός/αυτή/αυτό ανέκυπτε
εμείς ανακύπταμε
εσείς ανακύπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέκυπταν / ανακύπταν / ανακύπτανε
Αόριστος
εγώ ανέκυψα
εσύ ανέκυψες
αυτός/αυτή/αυτό ανέκυψε
εμείς ανακύψαμε
εσείς ανακύψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέκυψαν / ανακύψαν / ανακύψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακύπτω
εσύ θα ανακύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακύπτει
εμείς θα ανακύπτουμε
εσείς θα ανακύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακύπτουν / θα ανακύπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακύψω
εσύ θα ανακύψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακύψει
εμείς θα ανακύψουμε
εσείς θα ανακύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακύψουν / θα ανακύψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακύψω
εσύ να ανακύψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανακύψει
εμείς να ανακύψουμε
εσείς να ανακύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακύψουν / ανακύψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακύψει
εσύ έχεις ανακύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακύψει
εμείς έχουμε ανακύψει
εσείς έχετε ανακύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακύψει
εσύ είχες ανακύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακύψει
εμείς είχαμε ανακύψει
εσείς είχατε ανακύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακύψει
εσύ θα έχεις ανακύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακύψει
εμείς θα έχουμε ανακύψει
εσείς θα έχετε ανακύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακύψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανάκυπτε
(εσείς) ανακύπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάκυψε
(εσείς) ανακύψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανακύπτοντας / έχοντας ανακύψει
Απαρέμφατο
ανακύψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.