to check, stem, halt, arrest, withstand (the flow of something)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακόπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακόπτω
εσύ ανακόπτεις
αυτός/αυτή/αυτό ανακόπτει
εμείς ανακόπτουμε
εσείς ανακόπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακόπτουν / ανακόπτουνε
Παρατατικός
εγώ ανέκοπτα
εσύ ανέκοπτες
αυτός/αυτή/αυτό ανέκοπτε
εμείς ανακόπταμε
εσείς ανακόπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέκοπταν / ανακόπταν / ανακόπτανε
Αόριστος
εγώ ανέκοψα
εσύ ανέκοψες
αυτός/αυτή/αυτό ανέκοψε
εμείς ανακόψαμε
εσείς ανακόψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέκοψαν / ανακόψαν / ανακόψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακόπτω
εσύ θα ανακόπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακόπτει
εμείς θα ανακόπτουμε
εσείς θα ανακόπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακόπτουν / θα ανακόπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακόψω
εσύ θα ανακόψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακόψει
εμείς θα ανακόψουμε
εσείς θα ανακόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακόψουν / θα ανακόψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακόψω
εσύ να ανακόψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανακόψει
εμείς να ανακόψουμε
εσείς να ανακόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακόψουν / ανακόψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακόψει
εσύ έχεις ανακόψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακόψει
εμείς έχουμε ανακόψει
εσείς έχετε ανακόψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακόψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακόψει
εσύ είχες ανακόψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακόψει
εμείς είχαμε ανακόψει
εσείς είχατε ανακόψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακόψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακόψει
εσύ θα έχεις ανακόψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακόψει
εμείς θα έχουμε ανακόψει
εσείς θα έχετε ανακόψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακόψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανάκοπτε
(εσείς) ανακόπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάκοψε
(εσείς) ανακόψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακόπτομαι
εσύ ανακόπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανακόπτεται
εμείς ανακοπτόμαστε
εσείς ανακόπτεστε / ανακοπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακόπτονται
Παρατατικός
εγώ ανακοπτόμουν / ανακοπτόμουνα
εσύ ανακοπτόσουν / ανακοπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανακοπτόταν / ανακοπτότανε
εμείς ανακοπτόμασταν / ανακοπτόμαστε
εσείς ανακοπτόσασταν / ανακοπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακόπτονταν
Αόριστος
εγώ ανακόπηκα
εσύ ανακόπηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανακόπηκε / ανεκόπη
εμείς ανακοπήκαμε
εσείς ανακοπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακόπηκαν / ανακοπήκαν / ανακοπήκανε / ανεκόπησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακόπτομαι
εσύ θα ανακόπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακόπτεται
εμείς θα ανακοπτόμαστε
εσείς θα ανακόπτεστε / θα ανακοπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακόπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακοπώ
εσύ θα ανακοπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακοπεί
εμείς θα ανακοπούμε
εσείς θα ανακοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακοπούν / θα ανακοπούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακοπώ
εσύ να ανακοπείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανακοπεί
εμείς να ανακοπούμε
εσείς να ανακοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακοπούν / ανακοπούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακοπεί
εσύ έχεις ανακοπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακοπεί
εμείς έχουμε ανακοπεί
εσείς έχετε ανακοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακοπεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακοπεί
εσύ είχες ανακοπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακοπεί
εμείς είχαμε ανακοπεί
εσείς είχατε ανακοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακοπεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακοπεί
εσύ θα έχεις ανακοπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακοπεί
εμείς θα έχουμε ανακοπεί
εσείς θα έχετε ανακοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακοπεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανακόπτεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανακόψου
(εσείς) ανακοπείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανακόπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανακόψει
Απαρέμφατο
ανακόψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανακοπεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.