to recycle
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακυκλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακυκλώνω
εσύ ανακυκλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ανακυκλώνει
εμείς ανακυκλώνουμε
εσείς ανακυκλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακυκλώνουν / ανακυκλώνουνε
Παρατατικός
εγώ ανακύκλωνα
εσύ ανακύκλωνες
αυτός/αυτή/αυτό ανακύκλωνε
εμείς ανακυκλώναμε
εσείς ανακυκλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακύκλωναν / ανακυκλώναν / ανακυκλώνανε
Αόριστος
εγώ ανακύκλωσα
εσύ ανακύκλωσες
αυτός/αυτή/αυτό ανακύκλωσε
εμείς ανακυκλώσαμε
εσείς ανακυκλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακύκλωσαν / ανακυκλώσαν / ανακυκλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακυκλώνω
εσύ θα ανακυκλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακυκλώνει
εμείς θα ανακυκλώνουμε
εσείς θα ανακυκλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακυκλώνουν / θα ανακυκλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακυκλώσω
εσύ θα ανακυκλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακυκλώσει
εμείς θα ανακυκλώσουμε
εσείς θα ανακυκλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακυκλώσουν / θα ανακυκλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακυκλώσω
εσύ να ανακυκλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανακυκλώσει
εμείς να ανακυκλώσουμε
εσείς να ανακυκλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακυκλώσουν / ανακυκλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακυκλώσει
εσύ έχεις ανακυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακυκλώσει
εμείς έχουμε ανακυκλώσει
εσείς έχετε ανακυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακυκλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακυκλώσει
εσύ είχες ανακυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακυκλώσει
εμείς είχαμε ανακυκλώσει
εσείς είχατε ανακυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακυκλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακυκλώσει
εσύ θα έχεις ανακυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακυκλώσει
εμείς θα έχουμε ανακυκλώσει
εσείς θα έχετε ανακυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακυκλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανακύκλωνε
(εσείς) ανακυκλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανακύκλωσε
(εσείς) ανακυκλώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακυκλώνομαι
εσύ ανακυκλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανακυκλώνεται
εμείς ανακυκλωνόμαστε
εσείς ανακυκλώνεστε / ανακυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακυκλώνονται
Παρατατικός
εγώ ανακυκλωνόμουν / ανακυκλωνόμουνα
εσύ ανακυκλωνόσουν / ανακυκλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανακυκλωνόταν / ανακυκλωνότανε
εμείς ανακυκλωνόμασταν / ανακυκλωνόμαστε
εσείς ανακυκλωνόσασταν / ανακυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακυκλώνονταν / ανακυκλωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανακυκλώθηκα
εσύ ανακυκλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανακυκλώθηκε
εμείς ανακυκλωθήκαμε
εσείς ανακυκλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακυκλώθηκαν / ανακυκλωθήκαν / ανακυκλωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακυκλώνομαι
εσύ θα ανακυκλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακυκλώνεται
εμείς θα ανακυκλωνόμαστε
εσείς θα ανακυκλώνεστε / θα ανακυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακυκλώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακυκλωθώ
εσύ θα ανακυκλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακυκλωθεί
εμείς θα ανακυκλωθούμε
εσείς θα ανακυκλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακυκλωθούν / θα ανακυκλωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακυκλωθώ
εσύ να ανακυκλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανακυκλωθεί
εμείς να ανακυκλωθούμε
εσείς να ανακυκλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακυκλωθούν / ανακυκλωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακυκλωθεί
εσύ έχεις ανακυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακυκλωθεί
εμείς έχουμε ανακυκλωθεί
εσείς έχετε ανακυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακυκλωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακυκλωθεί
εσύ είχες ανακυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακυκλωθεί
εμείς είχαμε ανακυκλωθεί
εσείς είχατε ανακυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακυκλωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακυκλωθεί
εσύ θα έχεις ανακυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακυκλωθεί
εμείς θα έχουμε ανακυκλωθεί
εσείς θα έχετε ανακυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακυκλωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανακυκλώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανακυκλώσου
(εσείς) ανακυκλωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανακυκλώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανακυκλώσει
Μετοχή παρακειμένου
ανακυκλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανακυκλώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανακυκλωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.