to strike up, play (especially a rousing piece)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακρούω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακρούω
εσύ ανακρούεις
αυτός/αυτή/αυτό ανακρούει
εμείς ανακρούουμε
εσείς ανακρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακρούουν / ανακρούουνε
Παρατατικός
εγώ ανέκρουα
εσύ ανέκρουες
αυτός/αυτή/αυτό ανέκρουε
εμείς ανακρούαμε
εσείς ανακρούατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέκρουαν / ανακρούαν / ανακρούανε
Αόριστος
εγώ ανέκρουσα
εσύ ανέκρουσες
αυτός/αυτή/αυτό ανέκρουσε
εμείς ανακρούσαμε
εσείς ανακρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέκρουσαν / ανακρούσαν / ανακρούσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακρούω
εσύ θα ανακρούεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακρούει
εμείς θα ανακρούουμε
εσείς θα ανακρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακρούουν / θα ανακρούουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακρούσω
εσύ θα ανακρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακρούσει
εμείς θα ανακρούσουμε
εσείς θα ανακρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακρούσουν / θα ανακρούσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακρούσω
εσύ να ανακρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανακρούσει
εμείς να ανακρούσουμε
εσείς να ανακρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακρούσουν / ανακρούσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακρούσει
εσύ έχεις ανακρούσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακρούσει
εμείς έχουμε ανακρούσει
εσείς έχετε ανακρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακρούσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακρούσει
εσύ είχες ανακρούσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακρούσει
εμείς είχαμε ανακρούσει
εσείς είχατε ανακρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακρούσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακρούσει
εσύ θα έχεις ανακρούσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακρούσει
εμείς θα έχουμε ανακρούσει
εσείς θα έχετε ανακρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακρούσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανάκρουε
(εσείς) ανακρούετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάκρουσε
(εσείς) ανακρούστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακρούομαι
εσύ ανακρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανακρούεται
εμείς ανακρουόμαστε
εσείς ανακρούεστε / ανακρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακρούονται
Παρατατικός
εγώ ανακρουόμουν / ανακρουόμουνα
εσύ ανακρουόσουν / ανακρουόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανακρουόταν / ανακρουότανε
εμείς ανακρουόμασταν / ανακρουόμαστε
εσείς ανακρουόσασταν / ανακρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακρούονταν / ανακρουόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανακρούστηκα / ανακρούσθηκα
εσύ ανακρούστηκες / ανακρούσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανακρούστηκε / ανακρούσθηκε
εμείς ανακρουστήκαμε / ανακρουσθήκαμε
εσείς ανακρουστήκατε / ανακρουσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακρούστηκαν / ανακρουστήκαν / ανακρουστήκανε / ανακρούσθηκαν / ανακρουσθήκαν / ανακρουσθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακρούομαι
εσύ θα ανακρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακρούεται
εμείς θα ανακρουόμαστε
εσείς θα ανακρούεστε / θα ανακρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακρούονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακρουστώ / θα ανακρουσθώ
εσύ θα ανακρουστείς / θα ανακρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακρουστεί / θα ανακρουσθεί
εμείς θα ανακρουστούμε / θα ανακρουσθούμε
εσείς θα ανακρουστείτε / θα ανακρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακρουστούν / θα ανακρουστούνε / θα ανακρουσθούν / θα ανακρουσθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακρουστώ / ανακρουσθώ
εσύ να ανακρουστείς / ανακρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εμείς να ανακρουστούμε / ανακρουσθούμε
εσείς να ανακρουστείτε / ανακρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακρουστούν / ανακρουστούνε / ανακρουσθούν / ανακρουσθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εσύ έχεις ανακρουστεί / ανακρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εμείς έχουμε ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εσείς έχετε ανακρουστεί / ανακρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακρουστεί / ανακρουσθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εσύ είχες ανακρουστεί / ανακρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εμείς είχαμε ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εσείς είχατε ανακρουστεί / ανακρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακρουστεί / ανακρουσθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εσύ θα έχεις ανακρουστεί / ανακρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εμείς θα έχουμε ανακρουστεί / ανακρουσθεί
εσείς θα έχετε ανακρουστεί / ανακρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακρουστεί / ανακρουσθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανακρούεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανακρούσου
(εσείς) ανακρουστείτε / ανακρουσθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανακρούοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανακρούσει
Απαρέμφατο
ανακρούσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανακρουστεί / ανακρουσθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.