to exclaim, shout out, cry out
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακράζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακράζω
εσύ ανακράζεις
αυτός/αυτή/αυτό ανακράζει
εμείς ανακράζουμε
εσείς ανακράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακράζουν / ανακράζουνε
Παρατατικός
εγώ ανέκραζα
εσύ ανέκραζες
αυτός/αυτή/αυτό ανέκραζε
εμείς ανακράζαμε
εσείς ανακράζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέκραζαν / ανακράζαν / ανακράζανε
Αόριστος
εγώ ανέκραξα
εσύ ανέκραξες
αυτός/αυτή/αυτό ανέκραξε
εμείς ανακράξαμε
εσείς ανακράξατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανέκραξαν / ανακράξαν / ανακράξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακράζω
εσύ θα ανακράζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακράζει
εμείς θα ανακράζουμε
εσείς θα ανακράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακράζουν / θα ανακράζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακράξω
εσύ θα ανακράξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακράξει
εμείς θα ανακράξουμε
εσείς θα ανακράξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακράξουν / θα ανακράξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακράξω
εσύ να ανακράξεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανακράξει
εμείς να ανακράξουμε
εσείς να ανακράξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακράξουν / ανακράξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακράξει
εσύ έχεις ανακράξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακράξει
εμείς έχουμε ανακράξει
εσείς έχετε ανακράξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακράξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακράξει
εσύ είχες ανακράξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακράξει
εμείς είχαμε ανακράξει
εσείς είχατε ανακράξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακράξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακράξει
εσύ θα έχεις ανακράξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακράξει
εμείς θα έχουμε ανακράξει
εσείς θα έχετε ανακράξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακράξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανέκραζε
(εσείς) ανακράζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανέκραξε
(εσείς) ανακράξτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανακράζοντας / έχοντας ανακράξει
Απαρέμφατο
ανακράξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.